τι ’ν τα νιάτα, τι ’ν η δόξα, ε;
ένα έργο τέχνης, η αποθέωση της φύσης —
τα Θεοφάνια!
κι όλα αυτά για ένα σύντομο λεπτό, ένα δίσεκτο έτος…
θέλουν να αφαιρέσουν από μας,
να σβήσουνε με στάχτη τη φωτιά μας —
της νεότητας την άσβεστη φωτιά.
ελεεινοί, ελεεινοί! είχατε την ευκαιρία σας,
απολύθηκε η σειρά σας!
να ’ταν η ζήλια ψώρα, θα ’χε αρρωστήσει όλη η χώρα…
«μούσια, μαλλιά και σκουλαρίκια,
όλα να τα αφαιρέσετε, όλα να τα κρύψετε.
δεν θέλω να σας βλέπω, δεν μπορώ,
ζηλεύω, ζηλεύω πολύ!
και μη με κοιτάτε στα μάτια, δεν αντέχω.
τα μάτια σας είναι πανέμορφα, είναι πεντακάθαρα·
θέλω να τα κοιτάω για ώρες,
αλλά εσείς δε θέλω να με κοιτάτε καθόλου.
ντρέπομαι, ντρέπομαι πολύ…»
– ποιος σου ’δωσε την άδεια να με κοιτάξεις; θέλεις φασαρία;
«…και τι ρύμη εν τω λόγω, τι μοντέρνος που ’γινε ο κόσμος!
δεν πιάνω τίποτα απ’ όσα λένε,
κι όμως μ’ αρέσει να ακούω – τι άλλο μ’ απέμεινε τάχατες;
να ακούω κρεβάτια που τρίζουνε και ζεστά γουργουρητά.
ζηλεύω τις δυνατές φωνές και το τρανταχτό γέλιο·
θα ’δινα τα πάντα να ’ρχόμουνα στη θέση σας, ακόμη κι αν…»
– σιωπή! δε θα μιλάει κανείς χωρίς να του δίνεται ο λόγος!
καταλάβατε; θα μιλάτε μόνον όταν σας απευθύνομαι
και θα λέτε μόνο «ναι» και «κύριε». μπήκατε;
«…ζηλεύω, ζηλεύω βαθιά· θέλω να σβήσετε όλοι,
να πάψετε να υπάρχετε τόσο όμορφοι και έξυπνοι.
θέλω να σιγάσει ο ουρανός, να πάψουνε να λάμπουν τα αστέρια,
να πάψει ο ήλιος να με σιγολιώνει, να πάψω να ζαρώνω,
να πάψω,
να πάψω.»
αλίμονο, αλίμονο·
εκεί που είσαι ήμουν, κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις.
καμία φωτιά δεν έσβησε επειδή φώναξες και έφτυσες.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια