Άμοιροι, κακορίζικοι λεβέντες,
αλησμόνητη, ξοδεμένη νιότη,
πώς το δεχτήκατε να σβήσει το όνομά σας;
Ταφικά μνημεία αχάρακτα ή άδεια.
Ποια δύναμη σας κρατά μακριά από βωμούς και εστίες;
Του πυρός, λέγω, το βάπτισμα.
Λένε αναμεταξύ τους, κάποτε, τα παιδιά της ειρήνης,
πως οι κηδείες είναι για τους ζωντανούς.
Η ψυχούλα σας το ξέρει πως θα θέλατε να σας κηδέψουν οι δικοί σας·
το νεκρό κορμάκι σας να το ντύσουν ρούχα όμορφα,
να το νεκροφιλήσουν, να το μοιρολογήσουν,
να το σκεπάσουν με χώμα απαλό,
για να αρχίσει με κουράγιο και χνότο μητρικό το κατευόδιο.
Ίσως τότε θα μπορούσατε, αόρατοι και ασώματοι πια,
να βλέπετε την οικογένειά σας να ξεχνά και να προχωρά,
και να μερεύετε,
ενώ εκεί που είστε μήτε λόγος μήτε βλέμμα δικό τους φτάνει.
Καταδικασμένοι στην αιωνιότητα,
με συντρόφους γεννηθέντες την ίδια χρόνια,
που μοιραστήκατε ψωμί, αλάτι και σουγιά·
ίσως ήσασταν φίλοι
και φυλούσατε ο ένας τα νώτα του άλλου,
ίσως ήσασταν εχθροί και πέσατε να φαγωθείτε.
Πάντως φαίνεται ο θάνατος δεν νοιάζεται για τέτοιες λεπτομέρειες,
όπως εκείνοι που σας έστειλαν δεν νοιάζονται να ξεχωρίσουν τα κουφάρια,
και όλους μαζί σας σκεπάζουν τελικά
σαν μαλωμένα αδέρφια που σας αναγκάζουν να μονιάσετε.
Αγαλλιάστε, λοιπόν, και κάμετε ειρήνη·
γιατί τίποτα πια δεν έχετε να χωρίσετε.
Αυτά τα μάρμαρα που σας ανήκουν
θα μοιάζουν πολύ μοναχικά, αν επιμείνετε στις έχθρες σας.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια