Ο ανεπιθύμητος

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

«Καλοκαιράκι! Πάω να τρελαθώ από τη χαρά μου! Όλη η οικογένεια ετοιμάζεται για διακοπές. Θα πάμε πάλι σ’ εκείνο τ’ όμορφο νησί που είχαμε πάει όταν ήμουν μικρός! Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνο το καλοκαίρι; Το ατέλειωτο παιχνίδι; Το τρέξιμο στην εξοχή; Το μπάνιο στη θάλασσα; Όλα ήταν υπέροχα!»

«Ξεκινήσαμε. Κάνει ζέστη στο αυτοκίνητο, όμως κάνω υπομονή γιατί σε λίγο θα φτάσουμε στο εξοχικό. Ήδη αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο διαφορετική είναι η μυρωδιά του αέρα από αυτήν της πόλης! Δεν χορταίνω να τον ρουφώ!»

«Επιτέλους φτάσαμε και η χαρά μου είναι απερίγραπτη. Τα πάντα είναι όπως τα θυμάμαι από την τελευταία φορά. Για δες! Το μεγάλο πεύκο που είναι στη μέση της αυλής κουνά τα κλαδιά του σα να με χαιρετά! Η μπάλα μου είναι ακόμα εδώ! Την είχα ξεχάσει έξω την τελευταία φορά. Λίγο ξεφούσκωτη μου φαίνεται, αλλά δεν πειράζει. Θα κάνω πάλι τρελά παιχνίδια.

Οι φίλοι μου από το απέναντι σπίτι με φωνάζουν, όμως δεν έχω όρεξη να πάω κοντά τους τώρα. Πρέπει να εξερευνήσω πρώτα το σπίτι και την αυλή. Ας τους χαιρετήσω όμως μη με περάσουν για αγενή…»

«Οι μέρες κυλούν με απίθανη ξεγνοιασιά. Έχω κάνει πολλά μπάνια στη θάλασσα. Μου αρέσει πολύ, αν και μερικές γριές παράξενες διαμαρτύρονται όταν κάνω βουτιές κοντά τους. Εμένα όμως δε με νοιάζει. Τα απογευματάκια πηγαίνουμε όλοι μαζί βόλτα πότε στην παραλία, πότε στην πόλη. Όλα είναι όμορφα και δε χορταίνω να χαζεύω πότε τις βιτρίνες με τα πολύχρωμα παιχνίδια και πότε τις βάρκες που είναι δεμένες στο γαληνεμένο λιμανάκι. Να και το αμαξάκι με το τεράστιο άλογο! Θέλω πολύ να το πειράξω, όμως πρέπει να δείξω χαρακτήρα γιατί ίσως να μη με ξαναφέρουν στον όμορφο αυτό τόπο.»

«Ο ήλιος βασιλεύει! Από το σπίτι μου βλέπω τα λαμπερά χρώματα τ’ ουρανού που, όσο περνά η ώρα, γίνονται όλο και πιο σκούρα. Χιλιάδες αστέρια κάνουν την εμφάνισή τους τρεμοπαίζοντας παιχνιδιάρικα κι ένα απαλό, μυρωδάτο αεράκι μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Τα βλέφαρά μου βαραίνουν και παραδίνομαι σ’ ένα γλυκό – γλυκό ύπνο. Ανυπομονώ να ξημερώσει η επόμενη μέρα…»

«Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός! Αρχίσαμε πάλι να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή στην πόλη. Δεν έχω κέφι. Πέρασα τόσο καλά που μου έρχεται να βάλω τα κλάματα τώρα που φεύγουμε. Ας μην παραπονιέμαι. Ένας χειμώνας περνά γρήγορα και σίγουρα θα ξανάρθουμε.»

«Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Τι κρίμα! Αλλά… μια στιγμή! Σταματάμε! Γιατί άραγε; Λες να άλλαξε κάτι; Ας κατεβώ να ξεμουδιάσω. Μια τελευταία βόλτα θα μου κάνει καλό. Μα πού σταματήσαμε; Εδώ έχει μόνο δέντρα κι έναν ατέλειωτο αυτοκινητόδρομο! Κανένα σπίτι! Ας γυρίσω στο αμάξι. Αρκετά απομακρύνθηκα…»

«Μα… τι στο καλό; Ξεκίνησαν χωρίς εμένα! Με ξέχασαν;» Τρέχω πίσω από το αμάξι με όλη μου τη δύναμη… Φωνάζω μήπως και με ακούσουν, αλλά τίποτα! Πάει, τους έχασα! Η καρδιά μου πάει να σπάσει από την αγωνία! Τα πόδια μου δεν με βαστούν άλλο. «Πώς μπόρεσαν να μου το κάνουν αυτό; Πώς μπόρεσαν να με αφήσουν μόνο σ’ έναν άγνωστο τόπο;»

«Ε, φίλε, τι έπαθες;» άκουσα κάποιο να μου φωνάζει. Του εξήγησα τι μου συνέβη κι εκείνος είπε μ’ ένα πικρό χαμόγελο: «Όχι, φίλε, δε σε ξέχασαν, σε παράτησαν. Σε παράτησαν τ’ αφεντικά σου, όπως κι εμένα τα δικά μου. Μεγαλώσαμε, βλέπεις και δε μας θέλουν πια…»

Τα λόγια του μου μάτωσαν την ψυχή. Η οικογένειά μου με παράτησε! Νόμιζα ότι μ’ αγαπούσαν… αλλά όχι. Αποκλείεται να με αγαπούσαν όπως τους αγαπούσα εγώ…

Άκουσα πίσω μου ένα φρενάρισμα κι ένοιωσα το σώμα μου να τινάζεται ψηλά. Ένας δυνατός πόνος διαπέρασε την πλάτη μου και, πέφτοντας αρκετά μέτρα μακριά, μια έντονη ζεστασιά κάλυψε το πρόσωπό μου… Δεν είδα ούτε άκουσα το αυτοκίνητο που ερχόταν…

Η λύπη μου ήταν πολύ μεγάλη για να προσέχω τον απέραντο δρόμο. Με όσες δυνάμεις μου έμειναν σύρθηκα στην άκρη κάτω από τη σκιά ενός πεύκου. Τι παράξενο! Είναι ίδιο με αυτό που έχουμε στην αυλή μας…»

«Τα πάντα σκοτεινιάζουν γύρω μου… Δεν πονώ πια… Το μόνο που ακούω, σαν σε όνειρο, κάτι απόμακρες ομιλίες…»

– Πάμε να φύγουμε, δεν πάθαμε ζημιά. Τι κακό είναι αυτό; Γέμισε ο τόπος αδέσποτα…

γράφει ο Βάιος Σεϊρλής

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/9skTRLRxG94?si=sQdNk01i1ckOrtBNΚαθημερινή https://youtu.be/zBXsgid2n3k?si=Y1x-OhrVwcyawY8i Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Το σταυρουδάκι

Το σταυρουδάκι

Ένα ασίγαστο μίσος τον είχε κυριεύσει. «Δεν τους θέλω στην πατρίδα μου. Εδώ οι Έλληνες πεινάνε και βοηθάνε αυτούς; Τους αλλόθρησκους;» σκεφτόταν. Μία μέρα το μίσος πήρε σάρκα και οστά. Δεν άντεχε να τους βλέπει να σφετερίζονται όσα είχε η δική του πατρίδα, η δική του...

Η αλλαγή

Η αλλαγή

Μια ζωή ήταν σωστός απέναντι σε όλους και σε όλα. Πάντα λειτουργούσε με ευαισθησία, ρομαντισμό και αγάπη. Πλέον είχε κουραστεί. Δεν άντεχε πια. Τα απανωτά χαστούκια της ζωής του κατέστρεψαν την ιδεατή σύλληψη ενός οράματος, ενός άλλου κόσμου. Ήταν μπροστά σε ένα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η αλλαγή

Η αλλαγή

Μια ζωή ήταν σωστός απέναντι σε όλους και σε όλα. Πάντα λειτουργούσε με ευαισθησία, ρομαντισμό και αγάπη. Πλέον είχε κουραστεί. Δεν άντεχε πια. Τα απανωτά χαστούκια της ζωής του κατέστρεψαν την ιδεατή σύλληψη ενός οράματος, ενός άλλου κόσμου. Ήταν μπροστά σε ένα...

Διάττων αστέρας

Διάττων αστέρας

Έλαμψε. Φως. Διάχυτο. Η σκοτεινή ζωή του απέκτησε την αίγλη ενός λαμπερού αστεριού σε ένα κατασκότεινο καλοκαιρινό δειλινό. Θεώρησε πως πλέον είχε βρει την πυξίδα της ζωής του. Ακολούθησε πιστά το πλάνο, προσηλωμένος στην κατάκτηση της καρδιάς της. Εκτίμησε πως τα...

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “«Τα πάντα σκοτεινιάζουν γύρω μου… Δεν πονώ πια… Το μόνο που ακούω, σαν σε όνειρο, κάτι απόμακρες ομιλίες…»
    – Πάμε να φύγουμε, δεν πάθαμε ζημιά. Τι κακό είναι αυτό; Γέμισε ο τόπος αδέσποτα…”

    Φίλε μου Βάιε με ισοπέδωσες… Η ιστορία του “Ανεπιθύμητου” είναι μια ιστορία που έχω ζήσει (με πολλές παραλλαγές) κατ’ επανάληψη, μιας και ασχολούμαι πάρα πολύ με τα αδέσποτα εδώ και χρόνια…
    Κι η τραγωδία του παρατημένου σκύλου που γίνεται αδέσποτος με το στανιό, που δεν γεννήθηκε έτσι για να ξέρει να φυλαχτεί, είναι πάντα μαχαιριά στην καρδιά… που ματώνει και πονά πολύ… ειδικά όταν γράφεται με τόση τρυφερότητα, αγάπη και μαεστρία όπως το γράφτηκε το δικό σου κείμενο…

    Σ’ ευχαριστώ γι αυτήν σου την ευαίσθητη ματιά…

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Φίλη μου Βάσω σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια… Το έχω βιώσει κι εγώ αυτό το θέμα, όταν σε ηλικία 8 ετών μου στέρησαν την παρέα μου επειδή είχε μεγαλώσει…Τότε δέχθηκα ένα δυνατό χτύπημα…Πιστεύω πως αν δεν νοιώθει κανείς ώριμος και υπεύθυνος για να αναλάβει την ευθύνη μιας ψυχής, καλύτερα να μην το κάνει…

      Απάντηση
  2. Βαγγέλης Θερμογιάννης

    Καλά, τι έγραψες φίλε μου!!!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Ευχαριστώ για τα μηνύματά σας. Αυτό που μετράει στη ζωή…αυτό που μας κάνει καλύτερους…αυτό που φέρνει κοντά μας τους φίλους, είναι να μπορούμε να βιώσουμε (έστω και με το νου) τις πτυχές της ζωής τους. Με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια. Να συμπαρασταθούμε στη χαρά και στη λύπη…Πιστέψτε με, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανάταση ψυχής…

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *