Παράδοση, του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Θυμάμαι κάποιον Οκτώβρη που έβγαλε πολύ κρύο. Μ’ ένα μαύρο ζιβάγκο κατέβαινα βιαστικά τα Πανεπιστήμια, περνώντας δίπλα από τ’ Αστεροσκοπείο. Ριπές κρύου πρωινού αέρα συνόδευαν τα βήματά μου. Πίσω απ’ τα δέντρα, δυο τρεις σκυφτές φασματικές φιγούρες κανόνιζαν τη δόση τους. Με αντιλήφθηκαν. Η μια κινήθηκε απειλητικά και με πλησίασε, με θολό βλέμμα και τη σύριγγα προτεταμένη στο ύψος του προσώπου. Προσποιήθηκα πως ψάχνω στις τσέπες μου, αμίλητος και τρομαγμένος. Ψέλλιζε αργόσυρτες, μπερδεμένες κουβέντες… Έκανε να βήξει. Το ’βαλα στα πόδια αστραπιαία. Όταν δεν μπορούσε πια να με προφτάσει, σταμάτησα αλαφιασμένος.
Μπροστά μου, γεμάτο πανό κι αφίσες φοιτητικών παρατάξεων, το «νέο» κτίριο της Φιλοσοφικής. Στη 212 τα φώτα ήταν κλειστά. Έβλεπαν slights εδώ και κάμποση ώρα, και μια μακριά σκιά σχολίαζε σ’ ένα μονότονο τέμπο. Έκλεισα αθόρυβα την πόρτα πίσω μου. Στα τυφλά, βρήκα μια θέση στην άκρη της γαλαρίας και κάθισα μαλακά. Δίπλα, γυρτός ο Βάιος, με το κεφάλι στις παλάμες: «Άργησες, ρε μαλάκα», είπε, «και ψιλοκοιμήθηκα…». Ξαφνικά τα φώτα άνοιξαν. Η Τασούλα, στο μπροστινό μας έδρανο, λυμένη σε πνιχτά γέλια. «Άντε, μετά στο υπόγειο για καφέ!», ψιθύρισα.

 

_

γράφει ο Ντέμης Κωνσταντινίδης

Ακολουθήστε μας

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης Η Ελένη καθόταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς με τον καπουτσίνο της να κρυώνει δίπλα στον φορητό υπολογιστή. Στα 38 της χρόνια είχε μάθει να κρύβει τις ρυτίδες της με φίλτρα και τις απογοητεύσεις της με χιούμορ. Δούλευε ως...

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Άφιλτρο τσιγάρο

Άφιλτρο τσιγάρο

ΑΦΙΛΤΡΟ ΤΣΙΓΑΡΟ Κοίτα..  Έλεγα και σου έδειχνα την απλωμένη πόλη προς τα κάτω. Βράδυ στο ‘μπαλκόνι’ της Σαλονίκης. Εγώ δεν την έλεγα ποτέ Σαλονίκη!.  Εσύ μου το κόλλησες. Πάντα Θεσσαλονίκη την έλεγα.  Ολόκληρη.  Γιατί της άξιζε και με το παραπάνω. Κούκλα σαν και σένα....

Αντρικό κούρεμα

Αντρικό κούρεμα

Τα καλοκαίρια γυρίζαμε έξω. Οι μανάδες στο σπίτι οι πατεράδες στη δουλειά εμείς στις αλάνες. Οι αλάνες - δρόμοι, ήταν σαν τις γελοιογραφίες του Mordillo. Αν σου έφευγε η μπάλα στην κατηφόρα, είχες δυο επιλογές. Η μια ν’ αρχίσεις το τρέξιμο ώστε τα δεδομένα του...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Συγχαρητήρια Ντέμη. Πολύ ωραία εργασία!!

    Απάντηση
  2. Αφροδιτη Μακαρωνη

    Μου ὰρεσε πολὺ .Θα ὴταν ωραὶο να διὰβαζα τη συνὲχεια!

    Απάντηση
  3. demispoetry

    Μπορείς να τη φανταστείς. Κι αυτό είναι το νόημα..
    Να είσαι καλά!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *