Σε είδα να γεννιέσαι
εκεί που η σκέψη φιλάει το φως—
ήσουν ιδέα, και ήσουν σώμα,
ήσουν αθώρητο και ανατριχίλα,
μυθικός κόμπος ανάμεσα στο τίποτα
και στην πιο βαθιά επιθυμία.
Δεν σε πλησίασα, σε ύμνησα.
Έκανες τη σκιά μου να επιθυμεί
το ανέγγιχτο, το άχρονο,
και τα χείλη μου, δίχως φιλί,
γεύτηκαν μέλι και φωτιά.
Ήσουν ο κόσμος πριν τον κόσμο, η αρχή της ερώτησης,
το πρόσωπο που σκεπάζει ο ήλιος με νόημα
κι αφήνει μόνο περίγραμμα, να το ερωτεύομαι.
Ο Πλάτων θα έλεγε πως σε θέλησα
για να γίνω πλήρης—μα εγώ σε θέλησα
για να μείνω μισή και να σε ζητώ αιωνίως.
Κι όπως, ο Αριστοτέλης με κρατούσε:
μου έδειχνε τα χέρια σου,
πώς κρατούν τη μέρα,
πώς κλείνουν την πόρτα τρυφερά,
πώς το ωραίο μπορεί να είναι και αληθινό.
Έβαλες τάξη στο χάος μου—με ένα βλέμμα, ένα «ναι» χωρίς ήχο,
έγινες ενέργεια εντελέχεια, το κινούν αίτιο κάθε μου πράξης.
Ανέμιζες σαν αστροφεγγιά
πάνω απ’ την πράξη του καλού,
κι ήσουν επιθυμία χωρίς πόθο,
σάρκα που γυρεύει να γίνει αρετή.
Μου έμαθες πως ο έρωτας
είναι ο τρόπος που το απτό
αγκαλιάζει το αδύνατο δίχως να το σπάει—
μόνο το φιλί σ’ ένα ακρόχειλο στιγμής.
Και ξάφνου, σ’ ένα μεσημέρι
γεμάτο ψίθυρους και νερό,
Κατάλαβα—πως αυτό που ζούμε είναι η ευδαιμονία:
όχι γιατί σε φέρω εντός μου,
μα γιατί σε ανασαίνω,
και με κάθε σου απόηχο,
αγαπώ τον κόσμο πιο πολύ.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια