Σβησμένη η λάμψη
κάποιων γυναικών —
όχι από σκοτάδι,
ούτε από τον χρόνο,
από οικεία χέρια.
Σβήνει σιγά το φως,
σαν λάμπα που καίγεται
και κανείς δεν σηκώνεται να την αλλάξει.
Η καθημερινότητά τους,
διπλωμένη προσεκτικά — κουρελιασμένη.
Μισοζωντανές.
Η ψυχή τους,
ουρλιαχτό κομμένο στη μέση,
αντηχούσε στην αβάσταχτη σιωπή
της κοινωνίας.
Κι ο φόβος — μαρμάρινο κάθισμα
στην άκρη του κρεβατιού —
μετρά τις ανάσες τους
σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Η βία
δεν ούρλιαζε.
Ψιθύριζε.
Καθόταν δίπλα τους στο τραπέζι,
έπινε καφέ,
φορούσε οικογενειακό προσωπείο.
Κι η αγάπη —
μεταμφιεσμένη
σε τυφλωμένο μίσος.
Κάθε «σ’ αγαπώ»
είχε βάρος προειδοποίησης
για ένα μέλλον
που ζητούσε ακόμη λίγη υπομονή.
Κάθε φιλί
ήταν συμβόλαιο σιωπής.
Χέρια που ξέχασαν να χαϊδεύουν
έμαθαν μόνο να σφίγγουν.
Κάθε υπόσχεση,
παγίδα.
Οι πληγές τους αιμορραγούσαν
χρόνια πριν φανούν.
Έμαθαν να μικραίνουν
για να χωρούν,
να μη χαλάει η εικόνα,
να μη γίνονται πρόβλημα.
Κι η κοινωνία, με καθαρά χέρια,
ήταν παρούσα.
Με βλέμμα στραμμένο αλλού.
Ήξερε.
Και διάλεξε το τυφλό σημείο.
Στάθηκε παγωμένη,
έκλεισε τα παράθυρα,
χαμήλωσε τον ήχο —
κι η σιωπή όπλισε το χέρι.
Όταν ήρθε το τέλος,
ήταν ήδη κουρασμένες
να εξηγούν
πού έφταιξαν.
Όταν έπεφταν,
έγιναν αριθμοί.
Μια γραμμή σε δελτίο.
Μια θλιβερή στατιστική
στα χείλη της βίας.
Αμέτρητες οι μαχαιριές —
όχι στο σώμα στα σωθικά της ψυχής.
Αόρατες.
Μέχρι που έγιναν
οριστικές.
Κι όμως —
έμειναν ρήγμα στον χρόνο,
σκιές που καίνε την αδικία.
Φεύγοντας, κράτησαν τα φτερά ανοιχτά.
Κάθε φορά που σωπαίνουμε,
κάτι μέσα μας
μαθαίνει
πώς σβήνει το φως.
Ας κρατήσουμε τη σιωπή τους σαν δάδα
στον κόσμο που τσακίζει φτερά,
για να μη συνηθίσουμε
ξανά
να ζούμε
στο ημίφως.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια