Χτίστηκε με δάνεια,
με βλέμματα,
με ψέματα που χειροκροτήθηκαν.
Για ενήλικες που ξέχασαν
πότε μεγάλωσαν
και πόσο άδειασαν.
Για όσους μπέρδεψαν
την αξία με το ύψος.
Τα φώτα ουρλιάζουν εκτυφλωτικά.
Δεν φωτίζουν —
επιβάλλονται.
Όποιος δεν λάμπει
διαγράφεται.
Ο τροχός σηκώνει εγώ
που βαφτίζουν
το ύψος αξία.
Από ψηλά
όλοι φαίνονται μικροί.
Κανείς
δεν κατεβαίνει αληθινός.
Το τρενάκι ουρλιάζει πριν ξεκινήσει.
Αδρεναλίνη, ζάλη, κύρος, φόβος —
μεταμφιεσμένα σε εμπειρία.
Η πτώση πουλιέται
ως διασκέδαση.
Όλοι ουρλιάζουν,
το μάθημα ακυρώνεται.
Οι καθρέφτες γελούν· παραμορφώνουν.
Φουσκώνουν εγώ.
Μέχρι να εγκριθεί η εικόνα.
Η αλήθεια κόβεται
σε μέγεθος οθόνης.
Το πρόσωπο εξαφανίζεται,
η ψυχή περιττή.
Στο σκοπευτήριο
πυροβολούν σκιές.
Κάθε στόχος κι ένα εγώ.
Βραβεία πλαστικά,
ψεύτικες νίκες,
ένα μετάλλιο
για την ακρίβεια
στην αυταπάτη.
Στο σπίτι του τρόμου δεν χρειάζονται σκηνικά.
Μόνο λογαριασμοί.
Καθρέφτες που δεν σπάνε.
Πρόσωπα χωρίς βλέμμα.
Οι κραυγές γνώριμες.
Αντικρίζουν για λίγο
τον εαυτό τους —
κι έπειτα τρέχουν
να τον ξεχάσουν.
Το καρουζέλ γυρίζει.
Κίνηση χωρίς πορεία,
γύρω από τον εαυτό του.
Ίδιο άλογο.
Ίδια μουσική.
Ίδια υπόσχεση ανόδου.
Και μετά —
σβήσιμο.
Φώτα νεκρά.
Μέταλλο που τρίζει.
Μουσική κομμένη,
χωρίς άφεση.
Το λούνα παρκ καταρρέει.
Όχι θεαματικά.
Ρεαλιστικά.
Δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου,
ούτε αφήγηση σωτηρίας.
Μόνο σώματα
που δεν ξέρουν πώς να σταθούν,
χωρίς ρόλο,
απομεινάρια
ενός status χωρίς κοινό.
Στο τέλος
δεν μένει τίποτα
να διασκεδάσει την πτώση.
Λίγοι θυμούνται
πώς πέφτουν.
Κανείς
δεν στέκεται για πολύ.
Μένει μόνο γυμνή και αμετάκλητη
ερώτηση —
σαν εισιτήριο επιστροφής
στο πραγματικό:
ποιοι είμαστε
όταν δεν μας κοιτά κανείς;
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια