Το «πάντα» και το «ποτέ»

Το «πάντα» και το «ποτέ»

old_armchair

Δεν είχαν τίποτα να πουν ο ένας στον άλλον. Καθόντουσαν επί ώρες στο ίδιο σαλόνι και ούτε τα βλέμματά τους δεν είχαν διασταυρωθεί. Πώς είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο; Πώς κατέληξαν να είναι δύο ξένοι; Κάποτε ήταν ερωτευμένοι και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να κλειστούν σε αυτό το σπίτι και να βγουν μετά από μέρες. Είχαν πολλά να πουν τότε. Όσο και να τον κοιτούσε η Μυρτώ, όμως, εκείνη τη μέρα, δε θυμόταν το λόγο που τον παντρεύτηκε. Έσκυψε πάνω από το λογοτεχνικό της βιβλίο και προσπάθησε να διαβάσει. Τα γράμματα φάνταζαν θολά στα μάτια της. Είχαν βουρκώσει χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Τον αγαπούσε τον Πέτρο. Γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Ο έρωτας, όμως; Πριν παντρευτούν, την είχε ανεβάσει στην ταράτσα και της είχε δώσει μία υπόσχεση. Ό,τι και να γινόταν, θα ήταν για πάντα δική του και δε θα την απογοήτευε ποτέ. Πόσο εύκολα βγαίνουν αυτές οι λέξεις από έναν ερωτευμένο. Πάντα και ποτέ. Τώρα καθόταν εκεί απέναντι της, δέκα κιλά παχύτερος, με γκρίζα μαλλιά και μια έκφραση που την απογοήτευε.
Έρωτας! Μια απάτη είναι. Υπόσχεται τόσο πολλά και όταν στα παίρνει πίσω είναι πλέον αργά. Αργά για να βγεις από τη ρουτίνα σου. Δεν ήθελε να τον χωρίσει, όμως. Είχαν και ένα παιδί μαζί.
Έκλεισε το λογοτεχνικό της και τον πλησίασε. Κοίταξε γύρω της. Τα χρώματα του σπιτιού της τη γαλήνεψαν για λίγο, η ατμόσφαιρα μύριζε σπιτικό φαγητό. Χάιδεψε την πλάτη του και τα μεταξένια του μαλλιά. Ένιωσε κάτι να διαπερνάει το σώμα της. Τα γόνατά της λύγισαν και κάθισε γρήγορα στον καναπέ δίπλα του. Εκείνος δίπλωσε στη μέση την εφημερίδα και την κοίταξε. Ένα χαμόγελό του ήταν αρκετό για να την κάνει να αντιδράσει. Έσκυψε, τον αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα. Είχε ανάγκη να το κάνει. Δίπλα του ένιωθε παιδί. Εκείνος της σκούπισε τα δάκρυα και την φίλησε στο μέτωπο. Η Μυρτώ σηκώθηκε και τον τράβηξε από το χέρι. Εκείνος την ακολούθησε υπνωτισμένος. Μέσα σε λίγα λεπτά βρίσκονταν αγκαλιασμένοι στην ταράτσα. Το φως του φεγγαριού έλουζε το πρόσωπό της. Ο Πέτρος τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και της ψιθύρισε στο αυτί: «Ό,τι και να γίνει θα είσαι για πάντα δική μου. Δε θα σε απογοητεύσω ποτέ». Έβγαλε ένα φάκελο από την τσέπη του και της τον έδωσε. Ήταν εισιτήρια για το αγαπημένο της νησί, τη Δονούσα. Την φίλησε στο μάγουλο και της έδωσε τη ζακέτα του. Είχε λίγο κρύο, αλλά δεν την ένοιαζε.

-

γράφει η Νάσια Αλεξανδρίδη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

2 Σχόλια

  1. Βάσω Καρλή

    Πολύ τρυφερή η ιστορία σου, όπως και ο Πέτρος που έκανε δώρο στη Μυρτώ τα εισιτήρια. Μπράβο σου.

    Απάντηση
  2. sofia25164

    Πολύ όμορφη η ιστορία σας σαν την αγάπη!!! Καλό σας βράδυ!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος