Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Ήταν πολύ γέρος πια. Κόντευε τα ενενήντα. Έβλεπε, άκουγε, περπάταγε. Όλα από λίγο. Αυτό που τον κρατούσε ζωντανό, του έδινε όρεξη για ζωή, ήταν ο περίπατος που έκανε τα δειλινά, βαδίζοντας αργά στο δρόμo για το λιμάνι. Εκεί καθόταν ώρες πολλές και αγνάντευε το πέλαγο με τα καράβια, τον κόσμο που πηγαινοερχόταν, τους γλάρους, τα ψαροκάικα που στέκονταν παράμερα, στα αριστερά της προκυμαίας, με τους ψαράδες που καθάριζαν τα δίχτυα τους.

Τα μάτια του σμίγανε με τους βράχους που κατέβαιναν ως την θάλασσα, που εκείνη την ώρα ήταν μεταξένια και μαβιά. Δεν έφτανε το βλέμμα του μακρύτερα, τα χρόνια τον βάραιναν, μα το μυαλό του ανήσυχο, αεικίνητο και καθαρό όπως πάντα, έκανε το γύρο του νησιού, σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τρύπωνε στις γαλάζιες σπηλιές, έβγαινε στα ξέφωτα, χωνόταν μέσα στα καΐκια, βουτούσε στα τυρκουάζ νερά κι έβγαινε δελφίνι πίσω απ’ τα καράβια, πάνω στο φάρο, στις αυλές με τα γεράνια και τις κόκκινες μπουκαμβίλιες, χτύπαγε τις φτέρνες στα λιθόστρωτα δρομάκια, αντάμωνε τα γαϊδουράκια στο μικρό αλώνι, μέσα στ’ αμπέλια τρυγούσε τις ρόγες του μοσχάτου και γυρνώντας αποκαμωμένος, έδινε μια στο χοντρό σχοινί της καμπάνας και ζωντάνευε το λευκό ξωκλήσι.

Από εκεί ψηλά, όλο το νησί μια φλούδα γης που έλιωνε στον ήλιο, σα γλυκό σταφύλι γεμάτο χυμούς, περίμενε τη χούφτα του ν’ απλώσει να το αρπάξει.

Το δειλινό είχε μετρήσει πια τις ώρες του κι είχε το χρώμα το μελί, στο βάθος σκούρο καστανό, ίδιο και απαράλλακτό κεχριμπάρι που μόλις γέννησε η γη. Τα πεύκα σφράγισαν τις πληγές τους και το δειλινό με το άρωμα του ρετσινιού, παραδόθηκε στη νύχτα.

Ο μπαρμπα-Γιάννης πήρε το δρόμο του γυρισμού. Πάλι η ψυχή του ήταν γεμάτη. Μέχρι την πόρτα του σπιτιού του θυμήθηκε ακόμα κι εκείνον το νεαρό φοιτητή, που κάποια χρόνια πριν έκανε διακοπές στο νησί και νοίκιαζε το γειτονικό σπίτι.

Εκείνος του ‘χε πρωτοπεί πειράζοντας τον, για τις χαρές της ζωής που διάβαζε σε βιβλία με ποιήματα, για τον άνθρωπο που κυνηγώντας την ηδονή, πολλές φορές ξεστρατίζει. Ο μπαρμπα-Γιάννης με τη λέξη ηδονή, έφερνε στο νου του το αηδόνι που άκουγε στα νεανικά του νυχτέρια, όταν αυτό ζευγάρωνε στα πυκνά φυλλώματα και κελαηδούσε ασταμάτητα και μελωδικότατα και έτσι τα είχε ταιριασμένα στο μυαλό του. Ηδονή και αηδόνι, ένα.!

Τα βράδια προσπαθούσε να μιμηθεί τη φωνή του αηδονιού χωρίς επιτυχία, ωστόσο δεν τα παρατούσε. Μέσα από τα δόντια του έλεγε γελώντας: «Βρε, το άτιμο το μπιρμπίλι, πού τις βρίσκει τούτες τις νότες…» Όταν έλεγες στο νησί «μπαρμπα-Γιάννης από πίσω ακολουθούσε απολύτως φυσικά και το παρόνομα « μπιρμπίλης».

Από εκείνον το φοιτητή είχε ξεμείνει στο τέλος του καλοκαιριού, ένας χάρτης με όλες τις χώρες, τις θάλασσες και τα βουνά του κόσμου. Ο μπαρμπα-Γιάννης τον κρατούσε σαν ευαγγέλιο, πάντα καλοδιπλωμένο στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και τις στιγμές που ο νους του γύρευε ταξίδια, τον άνοιγε, τον κοίταζε μ’ επιμονή – σχεδόν ευλαβικά – παρατηρούσε με θαυμασμό κάθε λεπτομέρεια και με τον δείκτη του χεριού του, έδειχνε και διάβαζε με λαχτάρα, χώρες, νησιά, λιμάνια, οροσειρές.

Η φωνή του έκανε ένα περίεργο σκαμπανέβασμα, όταν με την παλάμη του μετρούσε στο χάρτη την απόσταση που είχαν τα μακρινά λιμάνια από την Ελλάδα και το νησί του. Μασσαλία τέσσερις παλάμες, Ρότερνταμ πέντε, Αμβέρσα έξι, Πρίμορσκ οχτώ. Ατέλειωτος είναι ο κόσμος, τον μετρώ με την παλάμη αλλά ποτέ δε θα τον αδράξω, μονολογούσε και πάλι από την αρχή να ταξιδεύει με την χούφτα του και να γυρίζει τη γη.

Ο χάρτης από την ταλαιπωρία και από τη χρήση ξεθώριασε, οι θάλασσες και οι ωκεανοί έχασαν το βαθύ τους μπλε κι έσμιξαν με το πράσινο της γης. Κι όπως τον χιλιοδίπλωνε, έφτασε το γαλάζιο να μείνει σκόνη στα χέρια του και τριμμένα κομμάτια από πρωτεύουσες που μπερδεύτηκαν, κολλημένα στα δάχτυλά του!

Όμως, με πόση φροντίδα τον έβαζε στην τσέπη του σε κάθε γνέψιμο του καλοκαιριού, στον περίπατο κάτω στο λιμάνι… Νησιώτης είμαι, σκεφτόταν και από το νησί μου δεν έφυγα ποτέ όπως οι θαλασσινοί και γυρνούσε στο μόλο, στο φάρο, στους βράχους…

Και γελούσαν τα μάτια του, χρόνια ολόκληρα, γελούσαν κι έκανε σα μικρό παιδί στα πρώτα του βήματα, όταν έσερνε το δάκτυλο πάνω στη ζωγραφισμένη γη και πατώντας με δύναμη την αμυδρή κουκίδα που ξεχώριζε, έλεγε περήφανα: «Νάτος, τούτος εδώ, τούτος εδώ είναι ο τόπος μου!».

 

της Μαριάνθης Πλειώνη

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Οκτωβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Οκτωβρίου 2026

Real News Καθημερινή https://youtu.be/7-FUvPPDzEo https://youtu.be/kkjD5jel1Pk Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη...

Ανεπιστρεπτί σημαίνει η θολή γραμμή των οριζόντων

Ανεπιστρεπτί σημαίνει η θολή γραμμή των οριζόντων

Στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού Κ. ζει ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Είναι Φεβρουάριος, μέρες μικρές, νύχτες μεγάλες, «κρυώνω..., κρυώνω αφόρητα...», και από την ανοιγμένη τηλεόραση ακούγεται η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ. Στο τζάκι...

Προετοιμάζοντας τη χαρά των καλεσμένων

Προετοιμάζοντας τη χαρά των καλεσμένων

Απόψε έχουμε καλεσμένους. Από τη μοίρα τους δεν ξεφεύγουν. Χτυπούν το ρόπτρο της πόρτας. Μουσαφίρης και η Μαρία Αντουανέτα, που έστω και αν άσπρισαν τα μαλλιά της, την τελευταία νύχτα στο κελί της, το πρωί, φόρεσε κόκκινο φόρεμα. Για να μην χτυπάει το αίμα της...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Προετοιμάζοντας τη χαρά των καλεσμένων

Προετοιμάζοντας τη χαρά των καλεσμένων

Απόψε έχουμε καλεσμένους. Από τη μοίρα τους δεν ξεφεύγουν. Χτυπούν το ρόπτρο της πόρτας. Μουσαφίρης και η Μαρία Αντουανέτα, που έστω και αν άσπρισαν τα μαλλιά της, την τελευταία νύχτα στο κελί της, το πρωί, φόρεσε κόκκινο φόρεμα. Για να μην χτυπάει το αίμα της...

Μην φοβάσαι το είδωλό σου στον καθρέφτη

Μην φοβάσαι το είδωλό σου στον καθρέφτη

«Γιατρέ μου, αρχικά τα συμπτώματα είναι, ότι με λούζει ένα σκοτεινό, λευκό, κενό βλέμμα, που με αυτό καρφώνω τους θεατές στην πλατεία και στα θεωρεία του θεάτρου.  Πιστεύω πως τραγουδάω, όμως φωνή δεν βγαίνει από μέσα μου· η φωνή μου ποτέ δεν θα επιστρέψει,...

Το σκότος

Το σκότος

«Επικίνδυνο πράγμα το σκότος» του έλεγε ο πατέρας του, μετανάστης κάποτε στη Γερμανία. «Μπορεί να νιώσεις μέρος του κάποια στιγμή, μπορεί να νομίζεις ότι το συνηθίζεις, αλλά αργά ή γρήγορα θα σε καταπιεί». Ποτέ του δεν κατάλαβε τα λόγια του. Κι όταν, κάποτε μετά από...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Τι όμορφα με ταξιδέψατε Μαριάνθη εκεί στην προκυμαία με τον μπάρμπα-Γιάννη!!!!Ευχαριστώ!!!

    Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Σας ευχαριστώ Άννα, για το σχόλιό σας.

    Απάντηση
  3. Άντωνιάδου Φανή

    Γλυκό καί συνάμα μελαγχολικό! Μού άρέσει!

    Απάντηση
  4. Νίκος Γιαννακάκης

    Όταν το τελείωσα, έμεινα για λίγη ώρα ακίνητος να το κοιτάζω…
    ….Ταξίδεψα. Υπέροχο!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *