Το χαμένο κλειδί

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Μιὰ πόρτα, μιὰ καρδιά, κι ἕνα χαμένο κλειδί, θα μποροῦσε, να ἧταν μια ἱστόρια ἀγάπης. Ε! Τι λές; Και πῶς ὄχι, νὰ θὰ ξεκινοῦσε κάπως ἔτσι, μια κοπέλα, ὅμορφη και γλυκιά στην ὅψη μα το κυριότερο ὡραία στὴν ψυχή. Πίσω ἀπό τὴν κλειδωμένη πόρτα της, που θα μποροῦσε κάλλιστα να ἧταν ἡ καρδιά της, ἀναμένει τὸ χτύπημα, ἐκεῖνο το μοιραίο που θα την ὁλοκληρώση γυναίκα. Κρατᾶ το κλειδί, κι περιμένει. Με την καρδιά της να χτυπᾶ ἀθόρυβα κι ν’ ἀναβοσβύνει ἀπλωμένη ἀγάπη.

Ἐν τω μεταξύ, πέρασαν καὶ φύγαν ἀδιάφορα χτυπήματα, κι ἀδιάφορα πρόσωπα, ἀταίριαστα αἰσθήματα, κανένα δεν σ’ ἄγγιξε βαθιά ἀγάπη. Κάποια στιγμή γεμάτη ἀπογοήτευση, ἔβαψες μαύρη τὴν πόρτα σου, καὶ λευκό τὸ παράθυρο, ἀφήνοντας μονάχα μιὰ καρδιά για σημάδι.

Οἱ μέρες γίναν ἵδιες, σαν σὲ ταξίδι δίχως προορισμό. Μέχρι που ἄκουσες ἕνα χτύπο διαφορετικό, στην ἀρχή δεν του ‘δώσες σημασία, ἐκείνος ἐπέμενε. Μετά σου φάνηκε τόσο οἰκείο, εἶχε κάτι ἀπὸ σένα, και σοῦ ξυπνοῦσε μια ἀνεξήγητη χαρά, μιὰ θέληση για ζωή, στὴν συνέχεια το ἔνιωθες ὅλο πιὸ δικό σου, μιλοῦσε κατ’ εὐθείαν στὴν καρδιά, το ἄφηνες νὰ περιμένει, νὰ χτυπᾶ μέχρι να βεβαιωθείς, μέχρι ἡ ἀνασφάλεια σου γίνει ἀνάγκη. Πῆρες την ἀπόφαση νὰ του ἀνοίξεις, νὰ του δοθεῖς ἀπλόχερα, να μπεῖ, ν’ ἀναπληρώσει τὸ κενό, να ἐνώσει τὰ κομμάτια, νὰ σε ὁλόκληρώσει ἀγάπη.

Και καθῶς πήγαινες, ξέχασες τὸ χαμένο κλειδί, ἔψαξες παντοῦ, ἡ ἀπογοήτευση σὲ κυριεύσε, ἐνῶ ἐκεῖνος περίμενε ὑπομονετικά, προοδευτικά ἄρχισε νὰ χτυπᾶ πιο ἀραιά τὴν πόρτα σου, μέχρι που ἀπελπίστηκε καὶ δὲν ξανακούστηκε, κι ἧταν αὐτός ὁ χειρότερος φόβος σου, που ἐπιβεβαιώθηκε. Παραδώθηκες σὲ δάκρυα στεγνά, μέτα θυμήθηκες, πῶς ποτέ σου, δεν κλείδωσες τὴν πόρτα σου, ἧταν μόνο πρόφαση, νὰ σ’ ἀφήνουν ἥσυχη. Ἔτρεξες, την ἄνοιξες, δεν ἧταν κανείς ἐκεί, εἶχε φύγει.

Στὸ κατόπι σου, ἕνα γράμμα μὲ μιὰ μόνο λέξη «Σ’ ἀγαπῶ», λύγισες, τσαλάκωσες τὸ γράμμα στὰ χέρι σου. Δεν εἶχε ἄλλες ἀντοχές, ἔκανες νὰ μπεῖς μέσα, νὰ κλειδώσεις στ’ ἄληθεια τὴν πόρτα σου, μια για πάντα, ἕνα χέρι στον ὥμο σου, σὲ σταμάτησε, την τελευταία στιγμή, ἧταν ἐκεῖνος. Ἧσουν ἐσύ, κι ἦταν ἡ ἱστορία τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Εἶπε ἐκείνη.

_

γράφει ο Οδυσσέας Νασιόπουλος

 

Ακολουθήστε μας

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Σάπιο πράμα

Σάπιο πράμα

Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη του 1943 ο Ντίνος Δρίτσας ο τελωνειακός,δεν κοιμήθηκε...η Σουηδέζατου Ερυθρού σταυρού ήταν μεγάλο μούτρο,όμως έπρεπε να μάθει τι είχε μέσα το σεντούκι με ταγερμανικά γράμματα,που ξεφόρτωσε το πλοίο με το σιτάρι...Σηκώθηκε μεσάνυχτα και...

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όντας ενήλικας, επισκέφτηκα την Ζάκυνθο. Εκεί, στις μεγάλες υγροτοπικές εκτάσεις των Αλυκών Κατασταρίου, κατέφευγε κράζοντας, σπαραχτικά είναι αλήθεια, ένα μυστήριο πτηνό, η περίφημη Τυτώ, ένα νυκτόβιο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *