I. Ο Εραστής του Μέσου Όρου
– Περί της Ψευδούς Ισορροπίας –
Ζυγίζει τα πάντα.
Την απόσταση ανάμεσα στα βλέμματα.
Το βάρος μιας εξομολόγησης.
Τον ήχο της επιθυμίας.
Κάθε του απόφαση,
μια προσεκτική αφαίρεση του ρίσκου.
Μη λείψει η γαλήνη –
μα και μη ξεχειλίσει η δίψα.
Έμαθε να αγαπά
όχι εκείνη που τον πυρπολεί,
μα ένα άγγιγμα που δεν τάραξε τα νερά του.
Όχι την έκρηξη,
μα την πιθανότητα ελέγχου της.
Δεν τόλμησε ποτέ
να είναι άκρο·
ή να το αγκαλιάσει.
Μα η ψυχή δεν μπαίνει σε ισότητες.
Δεν υποχωρεί στο μηδέν.
Και κάθε νύχτα,
ένα άλφα κεφαλαίο
χτυπά την πόρτα του ονείρου:
Άρνηση ή Άλμα;
II. Η Ερωμένη της Μετριοπάθειας
– Περί της Σιωπηλής Υπέρβασης –
Έμαθε να στρογγυλεύει τις λέξεις.
Να κουρδίζει το βλέμμα της
στη νότα του επιτρεπτού.
Τα όνειρά της,
ραμμένα με κλωστή ουδέτερη·
να μην προδώσουν το γένος
της επιθυμίας.
Δεν τη φίλησαν ποτέ
λόγια με αιχμές·
μόνο φράσεις με περιθώριο.
Μα βαθιά στο στέρνο,
ένα παράξενο φως
σπέρνει ρήγματα.
Σαν να κατοικεί εντός της
μια γυναίκα που δεν είπε ποτέ
το όνομά της δυνατά.
Κάποτε,
καθώς έκλεινε την πόρτα,
άκουσε τη φωνή της να λέει
χωρίς προορισμό,
χωρίς μάρτυρες:
«Είμαι. Κι είμαι φλόγα».
III. Το Παιδί του Κανόνα
– Περί της Ελευθερίας που Προϋπάρχει –
Γεννήθηκε μέσα σε σχήμα.
Η πρώτη του λέξη ήταν «πρέπει»,
η πρώτη του απουσία, «θέλω».
Όλα του τα παιχνίδια
είχαν οδηγίες χρήσης.
Και κάθε ερώτηση
μια σωστή απάντηση
που έπρεπε να μάθει απ’ έξω.
Αλλά κάποτε,
έπεσε πάνω σ’ έναν καθρέφτη
που δεν του έδειχνε τίποτα.
Κι ένιωσε –
όχι τρόμο·
ελευθερία.
Κι άρχισε να γράφει
όχι εντός των γραμμών,
μα ανάμεσά τους.
Όχι με λέξεις που έμαθε,
αλλά με σιωπές που γεννήθηκαν.
Και μια μέρα,
στο πίσω μέρος του τετραδίου του,
με γράμματα σχεδόν αόρατα,
έγραψε:
«Ο Κανόνας είμαι εγώ. Αν θέλω».
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια