Δεν ήμουν μάρτυρας.
Ούτε σύμβολο.
Ήμουν μια σκιά φωτός
που περπατούσε ανάμεσα σε σώματα
βουτηγμένα σε αιώνες φόβου.
Ζήτησα μόνο να μιλήσω
τη γλώσσα των αριθμών,
την αργή τρυφερότητα των πλανητών.
Η λογική μου δεν είχε φύλο,
μα οι πληγές μου — είχαν.
Κι άφηναν αίμα στη γεωμετρία.
Μετρούσα τις σιωπές της πόλης
όπως μετρούσα την τροχιά ενός άστρου
πριν σβήσει.
Κάθε μου λέξη
τέμνει το σκοτάδι.
Κάθε εξίσωση
διαρρηγνύει το πέπλο του φόβου τους.
Η ελευθερία είχε πάντα το σχήμα
ενός απειροελάχιστου.
Με έγδαραν
όχι για τα λόγια μου,
μα για το ότι τόλμησα
να μιλήσω με φωνή γυναικεία
σε τόπο ανδρικών θεών
κι όλοι τους θνητοί στον ίδιο φόβο.
Δεν πέθανα στην πέτρα.
Πέθανα
στη ρωγμή της στιγμής,
στην παύση ανάμεσα σε δύο αναπνοές,
εκεί όπου η γνώση γίνεται απειλή
κι η γυναίκα
σφάλμα στη δομή του κόσμου τους.
Δεν με έκαψαν.
Με διέλυσαν
σαν άστρο που επιστρέφει στη σκόνη του.
Μα η σκόνη — φως ξανά.
Τώρα υπάρχω
στις γραμμές που χαράζουν τα πλανητικά περάσματα,
στα μαθηματικά που προβλέπουν τον παλμό της ύλης,
στις γωνίες των αστερισμών
που καμία εξουσία δεν έμαθε να κυβερνά.
Γιατί το πνεύμα
δεν φιμώνεται με αίμα,
δεν καίγεται.
Διαστέλλεται.
Γίνεται παλμός στον αιθέρα,
μια σημείωση στο περιθώριο του σύμπαντος.
Δεν υπακούει στη βαρύτητα της βίας.
Αιωρείται.
Μεταπηδά από εποχή σε εποχή
σαν σπινθήρας σε σιωπηλό σύμπαν.
Ό,τι φωτίζει, επιστρέφει,
όχι ως μνήμη,
αλλά ως νόμος του Σύμπαντος:
το φως
δεν καταστρέφεται —
μετασχηματίζεται.
Κι εγώ — η γυναίκα που έκαιγαν
είμαι τώρα βλέμμα διάχυτο στο κενό,
μια σταθερά σε κάθε εξίσωση,
ένα φως που καμία εποχή δεν μπόρεσε να πνίξει.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








Εξαιρετικό ποίημα για μια αλησμόνητη Ελληνίδα, μια γυναικεία μορφή (και φωνή) στον κόσμο των επιστημών. Μπράβο!
Λ.Κ.