Καθόμουν στο μπαλκόνι και μιλούσα με εκείνες,
τις παλιές εκδοχές μου· λογοφέρναμε,
συζητούσαμε και λέγαμε ανέκδοτα.
Κοίταξα μια γεμάτη έγνοιες και χρώμα,
με πεισματάρικα χείλη — ήθελε να πετύχει
τους στόχους της, και ζήλεψα.
Κοίταξα άλλη γεμάτη ανθρώπους,
και τη γλυκιά απογοήτευση δίπλα της
σαν καλή της φίλη — και ζήλεψα.
Κοίταξα το κορίτσι που πάντοτε ήλπιζε
και κυνηγούσε νεράιδες το φθινόπωρο
με μιαν απόχη. Ήτανε όμορφες.
Κοίταξα και εκείνη — το Κενό —
που εκτίμησε την απουσία,
τον καθρέφτη της αγάπης που μπορούσε να δώσει.
Ήτανε όλες, ήτανε μάγια,
ήταν φθινόπωρο.
_
γράφει η Ειρήνη Κτενίδου








0 Σχόλια