Στα σαλόνια που λάμπουν από φως δανεικό,
οι πολυέλαιοι μιμούνται τ’ αστέρια,
οι νότες ντύνονται σιωπές μεταξωτές
και χορεύουν με τις σκιές
σαν ψίθυροι παγωμένου χρόνου.
Τραπέζια φορτωμένα, ασφυκτικά,
σχεδόν εξαντλημένα,
υπόσχονται επίδειξη αφθονίας
που δεν μοιράζεται,
σαν να ξεχάστηκε η λέξη πείνα.
Δώρα χρωματιστά,
στοιβαγμένα σαν απολογία αγάπης
που δεν ειπώθηκε.
Περιτυλίγματα που θροΐζουν
πιο δυνατά απ’ την καρδιά,
κορδέλες σφιχτές —
μήπως και κρατήσουν δεμένο
το νόημα
που διαρκώς διαφεύγει.
Η αγορά άναψε τα ψεύτικα άστρα της νωρίς.
Πριν το σκοτάδι.
Πριν την ανάγκη.
Πριν τη σιωπή
που γεννά το θαύμα.
Πούλησε λάμψη,
μα δεν μοίρασε φως.
Η μαγεία των Χριστουγέννων
δεν κατοικεί στις βιτρίνες.
Στέκεται γυμνή, αόρατη.
Χωρίς μουσική υπόκρουση.
Χωρίς απόδειξη.
Δεν χωρά σε σακούλες.
Φτωχή σε ύλη.
Πλούσια σε παρουσία.
Κι όταν σβήσουν τα φώτα της γιορτής
κι αδειάσουν αργά τα τραπέζια,
μένει σιωπή
που φωτίζει το κενό.
Τότε απομένουν τα ανεπαίσθητα:
μια ανάσα αλήθειας που γαληνεύει
σαν το φως της θαλπωρής.
Ενσυναίσθηση — άβολη, αληθινή —
που δεν πουλήθηκε.
Ένα χαμόγελο που δεν ζυγίζεται,
μόνο ζεσταίνει
την εύθραυστη ύλη των στιγμών.
Η καλοσύνη που κύλησε αθόρυβα
από καρδιά σε καρδιά,
η αγάπη που δεν τυλίχτηκε με φιόγκους
και στεριώνει —
στα χέρια που κρατούν άλλα χέρια,
στο άγγιγμα που δεν αποσύρθηκε,
στις λέξεις που ψιθυρίζονται
δίπλα στη φωτιά,
στα βλέμματα που συναντιούνται
χωρίς να ζητούν απόδειξη.
Η χριστουγεννιάτικη μαγεία
δεν αντιμάχεται την ύλη∙
την κατοικεί.
Τα ψήγματά της σώζονται —
όχι σε όσα έλαμψαν,
μα σε όσα άντεξαν.
Στις καρδιές
που αναβλύζουν ουσία σαν ήρεμο φως
και μαθαίνουν να ανοίγουν
σαν παράθυρα στον κόσμο.
Και τότε ο κόσμος —
για μια ανάσα —
θυμάται να είναι άνθρωπος.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια