τα παπούτσια

Πήραν το παπούτσι. Έδεσαν τα κορδόνια σαν να το φορούσε κάποιος αόρατος. Το άφησαν δίπλα στα άλλα. Πέντε χιλιόμετρα στον αστικό δρόμο γεμάτο παπούτσια. Αλλά μόνα, αλλά σε ζευγάρια. Λίγες κάλτσες στόλιζαν τα δέντρα. Ζήλεψα την πανδαισία των χρωμάτων στην άσφαλτο, το πάντρεμα της διαφορετικότητας. Η ταμπέλα έγραφε: «σε σύγκρουση οχήματος και πεζού με 70 χλμ/ώρα, στον χώρο μένουν μόνο παπούτσια δεμένα».

το άλφα του Θανάση

Με το χέρι δεμένο βγήκε από την πόρτα του νοσοκομείου. Ο ήλιος τον τύφλωσε για λίγο. Γύρω του μπαινόβγαιναν άνθρωποι∙ γιατροί, νοσηλευτές, συγγενείς. Ασθενοφόρα σταματούσαν και έφευγαν. Σε ένα πεζούλι στο αίθριο μία γυναίκα έκλαιγε, σχεδόν ούρλιαζε. Ένας άντρας όρθιος, σκυθρωπός την αγκαλιάζει διακριτικά. η άφιξη μιας νεκροφόρας επέβαλε μεταφυσικά τη σιωπή. Όλοι στράφηκαν στα κοράκια. Ο οδυρμός, μοιρολόι μονοφωνικό, έσπασε τη σιωπή.

Ο Θάνος κούμπωσε το παλτό με το καλό το χέρι και στηριζόμενος στην Αναστασία προχώρησαν. Όταν την είδε εκείνες τις θολές ώρες, τις πρώτες μετά το κώμα, ένιωσε την ανάσταση. Έξω από το νοσοκομείο ψιθύρισε Χατζηδάκι: «Α, ρε Θανάση, έκοψες το άλφα και έχασες την αθανασία». Όχι εγώ∙ θα πάρω πίσω το άλφα μου, και κουτσαίνοντας της είπε θα πουλήσω τη μηχανή.

 

φοβικός ρεαλισμός

Ανοίγει τα μάτια. Ο χώρος είναι σκοτεινός. Προσπαθεί να κουνηθεί∙ δεν μπορεί. Τα χέρια της είναι δεμένα∙ τα πόδια επίσης. Το μυαλό αναζητά εξηγήσεις. Θυμάται τον δρόμο. Είναι σε ένα αυτοκίνητο. Παρακολουθεί τον δρόμο, καθώς το αμάξι τρέχει, ακουμπισμένη στο παράθυρο. Φορά ένα μπουφάν ανδρικό. Δεν της είναι οικεία η περιοχή. Βλέπει έναν αχυρώνα, αλλά νυστάζει. Τα μάτια κλείνουν∙ χάνεται.

Είχε έρθει ένα αυτοκίνητο. Ένας δράκος με φώτα εκτυφλωτικά μέσα στη νύχτα. Ο οδηγός σταμάτησε και κατέβηκε. Την αγκάλιασε κοιτώντας γύρω του. Εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. Της φέρνει ένα πανωφόρι πρόχειρο από το φορτηγάκι. Της δίνει νερό και της ανοίγει την πόρτα. Από την ομίχλη των ματιών βλέπει τον εαυτό της να τρέχει με ξεσκισμένα ρούχα στα χωράφια. Γυμνή σχεδόν, τρέχει. Κοιτά συνέχεια γύρω της, πίσω της. Τα πόδια της πληγωμένα, γεμάτα λάσπες και αίματα. Μαζεύει τα κουρέλια που έχει πάνω της και τρέχει. Σκοντάφτει, πέφτει, σηκώνεται. Ξανατρέχει με τα κουρέλια να ανεμίζουν.

 

το χαστούκι

– Σκέφτηκα το αίτημά σας για προαγωγή. Η αλήθεια είναι ότι το αξίζετε∙ τόσα χρόνια σε όλα σχεδόν άψογη. Έπρεπε να έρθει νωρίτερα. ΠΕ Οικονομικού με μεταπτυχιακό κι ακόμα γραμματέας Β’. Κι όμορφη…
– Σας ευχαριστώ.
– Σκέφτομαι, αποφάσισα μάλλον, να εισηγηθώ την προαγωγή σας στο Δ.Σ.
– Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ…
– Ελάτε το βράδυ από το σπίτι μου να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες και τον χρόνο ανακοίνωσης της προαγωγής.
Ο ήχος του χαστουκιού έσχισε την σιωπή που για λίγο απείλησε να καλύψει τον χώρο. Κάθεται στην καρέκλα κλαίγοντας. Σκεπάζει το πρόσωπό με τα χέρια. Τον κοιτά αγριεμένος να στρώνει τη γραβάτα του και να φτιάχνει τα μαλλιά του με το χέρι.
– Τι ώρα να έρθω; Έχω ανάγκη την αύξηση, το ξέρετε… Πρέπει να στηρίξω τον αδελφό μου.
– Αυτισμός, αν θυμάμαι καλά;
Σκουπίζοντας τα δάκρυά της, έγνεψε καταφατικά και φόρεσε το γλυκό της χαμόγελο.

Κράτα το

Κράτα το