Ο γρίφος

2.12.2016

forest_nature

Τα βήματά μου βαριά και αργόσυρτα. Σκούπισα τον ιδρώτα που κυλούσε στο μέτωπό μου και έκανα το τελευταίο, αποφασιστικό βήμα. Ήμουν πλέον εκεί, στην κορυφή του βράχου, δίχως όπλα, γυμνός απέναντι στο θεριό. Δεν άργησε να εμφανιστεί.

Μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές εμφανίστηκε πρώτα το πρόσωπό της. Πώς να περιγράψει ανθρώπινο στόμα την απόκοσμη αυτή ομορφιά; Το σαρδόνιο χαμόγελό της με διαπέρασε. Τα εκφραστικά της μάτια, πόρτα στο άγνωστο. Είχε το χάρισμα εκείνο να ξεκλειδώνει τις αμπαρωμένες ψυχές με ένα μόνο της βλέμμα. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Θέλησα να λιποτακτήσω. Αλλά πώς; Με περίμεναν στη Θήβα, χρειάζονταν τη βοήθειά μου. Ποτέ δε θα εγκατέλειπα τα αδέρφια μου.

Με πλησίασε. Πλέον την έβλεπα καθαρά. Τα τρίχωμά της λείο, πυρόξανθο. Κοντοστάθηκε μπροστά μου αγέρωχη. Ο κορμός της στιβαρός, θύμιζε λέαινα στην ακμή της, την ώρα του κυνηγιού. Δυο πλουμιστά φτερά ξεπρόβαλλαν στην πλάτη της, θαρρεί κανείς πως τα είχε κλέψει από κάποιον γιγάντιο αετό. Τα πόδια της μυώδη. Χαρακτηριστικό απαραίτητο για έναν θηρευτή. Τα νύχια μισοφαγωμένα, σκουρόχρωμα, με βαθυκόκκινες κηλίδες. Η ουρά της, πράσινη. Θύμιζε το παγωμένο δέρμα των ερπετών. Εντυπωσιακό το πώς επέλεξε η φύση να προικίσει το πλάσμα τούτο, σκέφτηκα.

Στραβοκατάπια. Ένας κόμπος στον λαιμό δυσχέραινε την αναπνοή μου. Έσφιξα τις γροθιές και με όση ψυχή μου είχε απομείνει, άνοιξα το στεγνό στόμα μου. «Άφησέ με να διαβώ», ψέλλισα, «τα αδέρφια μου με προσμένουν». Με κοίταξε, μα δεν αντέδρασε στα λόγια μου. «Σε ικετεύω!» συμπλήρωσα πιο αποφασισμένος.

Τότε, έκανε ένα ακόμη βήμα. Ένιωσα την καυτή ανάσα της στο πρόσωπό μου. Οσμή αίματος και ωμής σάρκας διαπέρασε τα ρουθούνια μου. Προσέγγισε το αυτί μου. «Ποιο ον το πρωί στέκεται στα τέσσερα, το μεσημέρι στα δύο και το βράδυ στα τρία;» ψιθύρισε.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

Μελέκ

Μελέκ

Έκατσε στο παγκάκι αναστενάζοντας με ανακούφιση. Τα πόδια του δεν συνεργάζονταν όπως άλλοτε αλλά σήμερα του έκαναν το χατήρι να τον πάνε μέχρι τη θάλασσα. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοείδε εκείνη την κοπέλα. Χάθηκε τόσο στο μπλε των ματιών της που απ’ την...

6 σχόλια

6 Σχόλια

    • Σάββας Ρουμελιώτης

      Σας ευχαριστώ πολύ!

      Απάντηση
  1. sofia25164

    Συγκλονιστική η γραφή σας! Μπράβο σας!

    Απάντηση
    • Σάββας Ρουμελιώτης

      Ευχαριστώ πολύ για τα όμορφα λόγια σας!

      Απάντηση
    • Σάββας Ρουμελιώτης

      Ευχαριστώ πολύ Μάχη!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου