Select Page

8 και μισή, της Μάχης Τζουγανάκη

8 και μισή, της Μάχης Τζουγανάκη

 

 

Καθισμένος στο πεζούλι της παλιάς ερειπωμένης μονοκατοικίας με σκυμμένο το κεφάλι, ο Κ. Πέτρου ανάμεσα στις ξεραμένες βοκαμβίλιες και τις λασπωμένες πέτρες του κήπου παίρνει βαθιές ανάσες. Η φωνή του τρέμει, δεν ξέρει πώς να ξεκινήσει τούτη την ιστορία. Το τηλέφωνό του δε σταματά να χτυπά αλλά το αγνοεί. Ένας μαύρος σκύλος γυαλιστερός και επιβλητικός, καθισμένος στα πόδια του τον κοιτάζει με κρεμασμένη τη γλώσσα, σα να περιμένει. Και τα δέντρα τριγύρω λυγισμένα από το χτεσινό άνεμο σα να έσκυψαν μοιάζουν για να ακούσουν καλύτερα. Η σιωπή αναμένει μια εξομολόγηση…

«Τα είχα όλα. Τι με κοιτάς; Δε με πιστεύεις; Ναι τα είχα όλα. Εμένα που με βλέπεις, μου ανοίγανε την πόρτα όπου και αν έμπαινα και μου κάναν τεμενάδες. Η εταιρεία SafeLife έπινε νερό στο όνομά μου. Ο κ. Γεωργίου ο διευθυντής με είχε δεξί του χέρι. «Κώστα μου, χωρίς εσένα τίποτα δε θα λειτουργούσε» μου έλεγε πίνοντας τις σαμπάνιες μας στο σπίτι σε ένα από τα τέλεια οργανωμένα πάρτυ της γυναίκας μου της Ξανθής. Η Ξανθή… η Ξανθή… γεννήθηκε για τούτα τα πάρτυ βλέπεις. Με το που μετακομίσαμε στην μονοκατοικία στο Κεφαλάρι, αγνώριστη η Ξανθή μου. Να σου τα συνολάκια, να σου οι συναντήσεις για τσάι, για καφέ, να σου ο ντεκορατέρ. Και ο Αλέξανδρος ο γιος μας να πάει στο ιδιωτικό της γειτονιάς. Είναι ανεπίτρεπτο να πηγαίνει στο δημόσιο. Εντάξει… εντάξει… μη μου γαβγίζεις έτσι… και εμένα μου άρεσαν όλα ετούτα… να δε βλέπεις…;» γύρισε και έδειξε τη Lexus που είχε χωρέσει όπως – όπως στο υπόγειο.

Ο σκύλος έριξε μια ματιά στο αυτοκίνητο και ξανά γάβγισε. Σα να τον πίεζε για τη συνέχεια. Σα να ‘θελε να μάθει την αλήθεια απεγνωσμένα..

«Ναι… τα είχα όλα. Τη μαγείρισσά μου, τα ακριβά εστιατόρια, τη σέξι γραμματέα μου την Άννα… αχ…» είπε και έπιασε το κεφάλι του.

«Να μπορούσα να έκανα κάτι να μη βουίζει βρε φιλαράκι! Δεν αντέχω άλλο τόσο βουητό!!» είπε και σηκώθηκε όρθιος…

Ο σκύλος τινάχτηκε κάνοντας κύκλους γύρω του. Ο Κ. Πέτρου τριγύριζε στον κήπο πατώντας τα ξεραμένα λουλούδια. Το λερωμένο του κουστούμι, τα ατημέλητα μαλλιά του, όλα ταίριαζαν σε τούτο το νεκρωμένο τοπίο. Κρατήθηκε από τον κορμό μιας γέρικης ελιάς και ο σκύλος ακολούθησε ξοπίσω και στάθηκε πάλι στα πόδια του.

«Ήταν Παρασκευή. Θα πηγαίναμε το Σαββατοκύριακο Αράχοβα. Τα πρώτα χιόνια βλέπεις, η Ξανθή είχε ήδη κλείσει τη σουίτα του αγαπημένου της ξενοδοχείου αφότου είχε ενημερωθεί για τον καιρό λίγες μέρες πριν. Θα συναντούσαμε και το ζεύγος Παπαδάκη. Ο χειρούργος Παπαδάκης ο μεγαλογιατρός και η σύζυγος ίδια η Ξανθή μου σε λούσα και αριστοκρατικές κουβέντες. Έφτασα όπως πάντα νωρίς στο γραφείο. Με ξάφνιασε ο Γεωργίου σαν τον βρήκα καθισμένο σε μία από τις καρέκλες μου. Άρχισε να μιλάει και να μιλάει, έλεγε για την ιστορία της εταιρείας, θυμάμαι να πιάνω τον εαυτό μου να γελάει με τις αναμνήσεις εκείνες, να σκέφτομαι πόσα είχα κάνει για να φτάσω ως εδώ. Και τότε μου το ξεφούρνισε. Πάμε για χρεοκοπία λέει. Κάτι συμφωνίες που είχε κάνει είχανε πατώσει και έμενε ξεκρέμαστος και καταχρεωμένος. Κοκκίνισε ολόκληρος. Αν και δε μου φαινόταν να ντρέπεται καθόλου. Κράταγε το κεφάλι του και με ένα ύφος θεατρικά στενάχωρο με ευχαριστούσε για όλα τα χρόνια και με απέλυε! Το ακούς; Με απέλυε!» είπε και άρχισε πάλι τους κύκλους στον κήπο.

Ο σκύλος γάβγιζε ακολουθώντας τον. Κάποια στιγμή του γάντζωσε με το στόμα το μπατζάκι και τον σταμάτησε. Η γέρικη ελιά τον καλούσε και εκείνος κάθισε στο χώμα. Με ενωμένα τα γόνατα κρατώντας τα γερά, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το μαύρο φίλο του.

«Έφυγα από το γραφείο χωρίς να του πω τίποτα. Τρόμαξα και την καημένη την κυρά Ελένη τη μαγείρισσα σαν με είδε τόσο νωρίς. Αγχώθηκε που ακόμα δεν είχε έτοιμο το δείπνο. Τη χάιδεψα στην πλάτη και της είπα «Μη σε νοιάζει Ελένη μου. Κανείς δεν πεινά…» και πήγα στο δωμάτιό μου. Χα..» είπε και ξεκαρδίστηκε. «Να τη δεις πώς με κοιτούσε! Ποτέ δεν της είχα μιλήσει! Να δεις που θα έκανε το σταυρό της μετά. Χαχα!» είπε και αμέσως πάγωσε το χαμόγελό του και σιώπησε για λίγα λεπτά..

Ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων της ελιάς ήταν τόσο διαπεραστικός, τρύπωνε στα αυτιά του σα να του φώναζε «μη σταματάς, πες μου»

«Και ύστερα έγινα ψεύτης. Ετοιμάσαμε μια βαλίτσα για την Αράχοβα. Βρήκαμε τους φίλους μας και αρχίσαμε να συζητάμε για τις δουλειές μας. Τους έλεγα ιστορίες για τους δύσκολους πελάτες, για τις επιτυχημένες μας κινήσεις μέσα στην κρίση και δώστου κεράσματα. Περάσαμε τέλεια. Η Ξανθή μου έλαμπε. Κι εγώ έπινα το ένα κρασί μετά το άλλο. Να αντέξω το ψέμα μου. Γυρίσαμε σπίτι και τη Δευτέρα πήρα το χαρτοφύλακά μου, φόρεσα ένα από τα γυαλιστερά μου κουστούμια και πήγα για τη δουλειά. Θυμάμαι να κάνω γύρους τα τετράγωνα μέχρι να αποφασίσω πού να πάω, ώσπου είδα εδώ τη μονοκατοικία ερειπωμένη. Ο κήπος της με καλούσε. Εδώ την άραζα. Άνοιγα και το λάπτοπ και κοίταζα μια άδεια οθόνη. Ύστερα άρχισαν τα τηλέφωνα. Για το δάνειο της μονοκατοικίας στο Κεφαλάρι, για το σχολείο του Αλέξανδρου για όλα. Η Ξανθή μου φώναζε ότι δουλεύω ατελείωτες ώρες και ξεχνάω να πληρώσω τους λογαριασμούς. Τι να της πω. Για να αντέξω το ψέμα μου, πούλησα το σπίτι στη Μύκονο. Μέχρι να έρθει το καλοκαίρι θα της πω. Έτσι έλεγα…»

«Ήταν Τρίτη, μια Τρίτη του Φλεβάρη, πηγαίνοντας για τη «δουλειά» μου είδα τον Γεωργίου με την γραμματέα μου την Άννα συνοδηγό να γελάνε αγκαλιασμένοι στο αμάξι. Θόλωσα…» είπε και κοίταξε μια κάμπια που σερνόταν αργά στον κορμό της ελιάς…

«Ναι θόλωσα» συνέχισε ήρεμα. « Πήρα το αμάξι, και τους ακολούθησα. Μπήκανε στο πάρκινγκ της εταιρείας. Με το που τους είδα να βγαίνουν αγκαλιά, όρμησα με το αμάξι πατώντας το γκάζι τέρμα και έπεσα πάνω τους. Μόλις κατάλαβα τι είχα κάνει, έφυγα αμέσως γκαζωμένος και πάλι. Ήταν 8.30. Κανείς δεν είχε έρθει ακόμα. Όπως όταν ερχόμουν πρώτος για τη δουλειά. Άφησα 2 αναίσθητους ανθρώπους και ήρθα εδώ. Έκρυψα το αμάξι εδώ στο υπόγειο. Τράκαρα της είπα της Ξανθής κα θα το έχω σε λίγες μέρες. Και συνέχισα να έρχομαι εδώ για τη δουλειά μου..» είπε και άρχισε να τρέμει.

Ο σκύλος γάβγιζε ασταμάτητα. Θαρρείς πως τον καταδίκαζε. Τα φύλλα της ελιάς σφύριζαν. «Δολοφόνε… δολοφόνε…». Κι εκείνος, πιο ανάλαφρος έχοντας πλέον ομολογήσει… έπεσε στο χώμα με αναφιλητά..

«Ο Κ. Πέτρου Κωνσταντίνος;» τον ρώτησε ένας αστυνομικός που στεκόταν από πάνω του λίγη ώρα μετά

Ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας περίμενε έξω από την ερειπωμένη μονοκατοικία. Δεν του απάντησε καν. Άπλωσε τα χέρια του για να του βάλουν τις χειροπέδες και σηκώθηκε. Λίγο πριν μπει μέσα στο αμάξι, κοντοστάθηκε. Ο σκύλος είχε έρθει κοντά του. Γρύλιζε σα να 'κλαιγε.

«Σε ευχαριστώ φίλε μου…σε ευχαριστώ» είπε δακρυσμένος και μπήκε μέσα.

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος