Ο ροδώνας όλο και μεγάλωνε στο μεγάλο τετράγωνο παρτέρι που είχε στήσει με πολλή δουλειά και αγάπη ο πατέρας της. Στη μέση δέσποζε ένας μεγάλος φοίνικας σε σχήμα βεντάλιας και οι τριανταφυλλιές όλο και πετούσαν καινούρια φυλλαράκια μα και αγκάθια μαζί.
Ζούσε μόνη της στον πάνω όροφο της δίπατης οικοδομής και κάθε βραδάκι κατέβαινε την εσωτερική σκάλα, ξεκλείδωνε το πορτάκι που οδηγούσε στη μεσαυλή και διακριτικά, για να μην ενοχλήσει τους κάτω ενοίκους, χάιδευε τις τριανταφυλλιές, τους μιλούσε, ξερίζωνε τα άγρια χορτάρια, που απειλούσαν να τις πνίξουν, και ευχαριστημένη, τους έριχνε μια τελευταία ματιά, να δει αν είχαν αναπνεύσει, κλείδωνε το εσωτερικό πορτάκι της μεσαυλής, ανέβαινε την εσωτερική σκάλα και μπαίνοντας στο μικρό αλλά φιλόξενο διαμέρισμά της, καθόταν στο γραφείο της, και με την πένα και το χαρτί προσπαθούσε να συμπληρώσει τα γράμματά της που έγραφε εδώ και καιρό, ώστε να μπορέσει κάποια στιγμή να τα ταχυδρομήσει.
Πεσμένη μπροστά στα χρυσά εικονίσματα και με το φως σβησμένο προσευχόταν και έγραφε: «συ, τον αγαπούσες πολύ, παππού Αλέξανδρε, το ξανθό αγόρι που σου δούλευε στους αμπελώνες στη Σαντορίνη. Βγάζατε καλό κρασί, πολυτελέστατο, που έφτανε με τις εξαγωγές σε όλη την Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο. Προστάτευσέ τον, σκέπασέ τον καλά να μην κρυώνει από τον καιρό και από τη σκληράδα των ανθρώπων, τώρα που πια κάνει καριέρα ως δικηγόρος σε μια άλλη πρωτεύουσα, μακριά από τον ήλιο του νησιού και μέσα στις ομίχλες της Αγγλίας».
Με αυτές τις σκέψεις και τα αλλόκοτα γράμματα που πάντα έμεναν μισοτελειωμένα, βάζει τα δυνατά της για να υπάκούσει στο ξυπνητήρι, να
πεταχτεί από το κρεβάτι, βρεγμένη ως το κόκκαλο από τη χθεσινή βροχή που έμπαινε ορμητικά από το παράθυρο, βρέχοντας της κουρτίνες και τα περίεργα όνειρά της. Κατάλευκες κουρτίνες που ανέμιζαν όλο το βράδυ από το αυγουστιάτικο μπουρίνι. Κατάφερε να μην ξαναπέσει στο κρεβάτι.
Έβαλε σε λειτουργία την καφετιέρα και καθώς στάλαζε ο καφές, η πρώτη της σκέψη ήταν ότι χθες βράδυ είχαν ποτιστεί καλά οι τριανταφυλλιές. Ίσως το είχε δει στο βρεγμένο όνειρό της ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα από μετάξι μαζί με τον νεαρό άνδρα, γλιστρούσε μέσα στη θάλασσα σαν κάποιο τρομαχτικό ψάρι και επέπλεε στα κύματα, με ένα λευκό μαντίλι που της είχε δώσει η Λευκοθέα για να την προστατεύσει από κάθε επιβουλή των ανθρώπων. Μπήκε κάτω από την ντουζιέρα γυμνή και αφέθηκε στην απόλαυση του δροσερού νερού.
Από τη διπλανή εκκλησία σήμαιναν δυνατά οι καμπάνες, ήταν Ψυχοσάββατο, θυμήθηκε ότι είχε δώσει τα ονόματα των κεκοιμημένων της για να τα μνημονεύσει ο Ιερέας στην Αγία Πρόθεση, μαζί και τον παππού Αλέξανδρο. Λίγες στιγμές μετά έφτιαξε την τσάντα της, έλεγξε ότι τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά, κλείδωσε και κατέβηκε τη σκάλα προς την έξοδο. Έλεγξε το γραμματοκιβώτιο για νέα γράμματα, όμως δεν βρήκε παρά ένα προσκλητήριο για έναν αδιάφορο γάμο μιας ξαδέρφης σε μια γειτονική πόλη. Σταμάτησε ένα διερχόμενο ταξί, επιβιβάστηκε και κατευθύνθηκε προς τα δικαστήρια. Σάββατο σήμερα, ψυχή δεν υπήρχε, θα έβγαζε τα μισοτελειωμένα γράμματά της. Όλο και κάτι θα της είχε διαφύγει.
Πουλιά πετούσαν μέσα από τις τριανταφυλλιές του προαύλιου χώρου του δικαστικού μεγάρου της επαρχιακής πόλης. Η Άννα είχε αφήσει κάποιες εκκρεμότητες για κάποια δίκη όπου θα υπερασπιζόταν ένα παιδί που είχε
μπλέξει με τα ναρκωτικά. Την πένα και το χαρτί τα χειριζόταν καλά, ώστε να αντιπαλέψει τους νόμους που φτιάχνει ο καλός κόσμος και σπρώχνει τούτα τα παιδιά στο περιθώριο της κοινωνίας.
Δίπλα στο δικαστικό μέγαρο ήταν το μουσείο και παραδίπλα τα εξωτερικά ιατρεία του μεγάλου νοσοκομείου. Τα επισκεπτόταν πολύ συχνά για να συμπαρασταθεί και να μιλήσει με τούτα τα παιδιά. Δεν το έκανε από υστεροβουλία αλλά από χρέος προς τον εαυτό της, γιατί και αυτή είχε μπλέξει με τα νόμιμα ναρκωτικά εδώ και χρόνια.
Από τούτη τη δουλειά δεν είχε να πάρει τίποτα σαν ατομικό κέρδος παρά μόνο να υπερασπιστεί αυτά τα παιδιά ενώπιον της έδρας και σχεδόν πάντα το κατάφερνε να πέσουν στα μαλακά. Ύστερα φρόντιζε να τα εντάξει σε συλλογικά κινήματα, να έχουν διεκδικήσεις, να ασχοληθούν με την τέχνη, που τόσο τους άρεσε. Και το κατάφερνε. Άλλος μουσικός, άλλη έπαιζε σε θέατρο, για όλους φρόντιζε και όλοι τη συμπαθούσαν και το πάθος της τής το αναγνώριζαν. Είχε γίνει μέλος σε μια μεγάλη οικογένεια.
Συχνά επισκέπτονταν και τα μοναστήρια της γύρω περιοχής, πάνω στο βουνό, με την καταπράσινη βλάστηση και τη σμαραγδένια θάλασσα, το βουνό των Κενταύρων. Εκεί προσκυνούσαν τα μνήματα των κεκοιμημένων αδερφών, έπαιρναν την ευλογία του Γέροντα ή της Γερόντισσας μαζί και ένα ματσάκι τριαντάφυλλα μπουμπούκια σε όλα τα χρώματα από την αδελφή που εκείνη τη μέρα είχε διακόνημα στους μεγάλους κήπους της μονής.
Ήταν συμπαθητική κοπέλα η Άννα και αν και είχε καλές σχέσεις στο ενεργητικό της δεν είχε καταφέρει – ή δεν ήθελε – να παντρευτεί. Άλλωστε ήταν γεμάτη από την προσφορά της προς εκείνα τα παιδιά.
Μια μέρα καθώς επέστρεφε κατάκοπη από την εργασία της νωρίς το απόγευμα, πέταξε την τσάντα της στην πρώτη πολυθρόνα στο μικρό της διαμέρισμα και κατέβηκε την εσωτερική σκάλα.
Βγήκε στη μεσαυλή και έριξε μια ματιά γεμάτη συμπάθεια στον ροδώνα. Ξαφνικά μια γάτα πετάχτηκε τρομαγμένη και η Άννα άκουσε το νερό να τρέχει ελεύθερο από το λάστιχο του ποτίσματος. Η γάτα ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια της, βγάζοντας μικρούς λυγμούς συμπάθειας και όρεξης για παιχνίδια.
Οι ένοικοι του κάτω ορόφου κατέβασαν τα παντζούρια των παραθύρων τους που έβλεπαν στη μεσαυλή, δίνοντάς της το σινιάλο ότι τους ενοχλεί και ότι έπρεπε να κάνει γρήγορα τη δουλειά της και να φύγει. Εκείνη δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες συμπεριφορές και πια δεν της έκαναν και πολλή αίσθηση.
Κάθισε σε ένα κούτσουρο που υπήρχε εκεί σε μια γωνιά και κοίταζε το παρτέρι. Η γάτα από κοντά, κόντευε να γίνει δική της. Σαν σε όνειρο τής ήρθε η σκέψη ότι αν ετούτοι οι ένοικοι, που ήταν του καλού κόσμου, δεν της είχαν κλείσει την πόρτα στα μούτρα, θα είχε μπορέσει να φυτέψει ακόμη μια τριανταφυλλιά που τόσο επιθυμούσε και που στόλιζε όλη τη διώροφη οικοδομή.
Τώρα αντί να ποτίζει την τριανταφυλλιά, πότιζε με τα δάκρυά της κάθε αγριοχόρταρο που την έβαζαν να ξεριζώνει και να μαζεύει σε μια μαύρη σακούλα, επειδή ήταν Παρασκευή και τέτοια μέρα έρχονταν τα παιδιά των κάτω ενοίκων με τις παρέες τους για να παίξουν μπάλα στη μεσαυλή, ενώ εκείνη έπρεπε να φύγει εκείνη τη στιγμή. Δεν είχε καμιά θέση στον κατάφυτο ροδώνα επειδή δεν είχε παιδιά.
Κι όμως η Άννα τους ευχαρίστησε για το πιάτο με τα γλυκά που την κέρασαν, τους χαιρέτησε και ανέβηκε τη σκάλα, τη δική της, προς τα πάνω.
Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε μια μπάλα να καρφώνεται στα αγκάθια μιας τριανταφυλλιάς, μία άλλη να περνάει τον μεσότοιχο, να χτυπάει μία γάτα και να εκσφενδονίζεται στον πολύβουο δρόμο. Από μια εξέδρα, πάνω, την παρακολουθούσε ένα υπνωτισμένο πλήθος που χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια του στους ρυθμούς μιας ροκ μουσικής. Ήθελαν να πιστέψουν σε αυτή πριν εξαφανιστούν μέσα στην πραγματικότητα, λίγο πριν πεθάνει το όνειρο. Η Άννα τους απαντά πολλές φορές: «Κανένας από εσάς δεν θα γίνετε ένας από εμάς». Και το πλήθος απογειωμένο από τον άγνωστο ρυθμό και τη μελωδία, συνεχίζει να παραληρεί τυφλά και υπάκουα. Εκεί η Άννα ξύπνησε.
Έπλυνε το πρόσωπό της και κάθισε στο γραφειάκι της να συμπλήρώσει στην επιστολή αυτό που είχε δει, αυτό που της είχε επισημάνει να προσέξει αυτό το άγνωστο πλήθος. Αποστολέας η Άννα. Παραλήπτης, ένα τυφλωμένο αναντικατάστατο πλήθος από το παραλθόν. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν, είχε δει το πλήθος σε μια συναυλία στην πανεπιστημιούπολη, όπου είχε περάσει τα φοιτητικά της χρόνια.
Όμως, τα γράμματα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, απευθύνονταν προς τους παλιούς συναδέλφους και εραστές της, που την είχαν βοηθήσει σήμερα να είναι αυτή που είναι. Και πάντοτε έμεναν ανεπίδοτα, είτε γιατί δεν είχαν κολημμένα γραμματόσημα πάνω της, είτε γιατί η Άννα είχε χάσει τις παλιές, γνώριμες διευθύνσεις των παιδιών, είτε γιατί η μάχη παιζόταν τώρα πια σε άλλο γήπεδο με νέους ανθρώπους και πράγματα που έπρεπε να γίνουν.
Τελευταία, ήσυχη ημέρα του Αυγούστου και η Άννα φόρεσε τις καλές άσπρες γόβες της και βγήκε να χαρεί τον ήλιο του καλοκαιριού, που σιγά σιγά έπεφτε και χανόταν και θα έδινε τη θέση του στη συννεφιά του φθινοπώρου.
Βαδίζοντας προς το δικαστικό μέγαρο, πλήρως εξοπλισμένη και πανέτοιμη για τη σημερινή δικάσιμο, κοντοστάθηκε μπροστά σε ένα κίτρινο ταχυδρομικό κουτί εκεί στη γωνία, που ήταν μάρτυρας της σημερινής επιτυχίας της. Από την κίτρινη τσάντα της ανέσυρε έναν λευκό, λεπτό φάκελο, τον κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα στα λευκά της χέρια και διστακτικά άνοιξε τη μεταλλική θυρίδα και τον άφησε να πέσει μέσα στο κίτρινο κουτί. Ύστερα αποφαστικά κατευθύνθηκε προς την είσοδο του μεγάρου, χαιρετώντας όποιον έβλεπε από τους συναδέλφους της, περνώντας δίπλα από τα παρτέρια του προαυλίου με τα λευκά τριαντάφυλλα, χαρούμενη και ευτυχισμένη.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια