broken_doll

Ο πατέρας μας δε μας έδειρε ποτέ.

Μόνο με μια βίτσα μας απειλούσε ότι θα μας δείρει. Μόνο έξω από τις πόρτες μας φώναζε ότι θα μας σκοτώσει. Λίγο που τρέμαμε. Λίγο που μέναμε αμίλητες. Κι ύστερα έφευγε.

Ο πατέρας μας δε μας έδειρε ποτέ.

Στη ντουλάπα έχω ένα κρησφύγετο. Τώρα έχει ξεραμένο ασβέστη και μούχλα. Σαν φώναζε έβαζα μέσα τις κούκλες μου να σωθούν. Εγώ έστεκα απέξω. Δεσμοφύλακας. Τους έλεγα να σωπάσουν. Να μη μυξοκλαίνε σαν κακομαθημένα κωλόπαιδα. Να το βουλώσουν.

Ο πατέρας μας δε μας έδειρε ποτέ.

Μια μέρα μόνο μου έσκισε μια κούκλα στα  δυο. Για να μάθω. Δεν την κήδεψα. Την άφησα να σαπίζει στο σιδερένιο ράφι του μπαλκονιού. Καλά να πάθει. Δε μου άρεσε έτσι κι αλλιώς, της έλεγα. Κι ας την είχα στο κρεβάτι μου. Χώρο έπιανε. Σιγά. Το μόνο που με πείραξε ήταν ότι δεν είχα προλάβει να τη βαφτίσω. Κι έμεινε πεθαμένη αβάφτιστη.

Πού πάνε οι αβάφτιστες ψυχές; Αναρωτιόμουν σαν ήμουν μικρή. Μήπως χτυπάνε την πόρτα και δεν τους ανοίγει κανείς; Ευτυχώς ο πατέρας μου με βάφτισε.

Κι ύστερα με βάφτισα και εγώ. Ψυχή ελεύθερη, είπα

Το σκοτάδι μου γέλασε πικρόχολα.

Κι εγώ του σήκωσα το τρίτο μου δάχτυλο.

Ναι ρε, είμαι!

 

_

γράφει η Alma Libre

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!