Annette Hess «Η διερμηνέας»

7.07.2020

σχόλια

 

Annette Hess:

«Η διερμηνέας»

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Το Ολοκαύτωμα το έχουμε γνωρίσει από δεκάδες βιβλία, με πρώτο και συγκλονιστικότερο το κλασικό, πλέον, «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι. Άλλωστε, η καθιέρωση του όρου «Ολοκαύτωμα» οφείλεται περισσότερο σ’ αυτόν, που είχε συνταράξει την Δυτική διανόηση.

Η γερμανίδα Ανέτε Χες έρχεται να μας δώσει μια άλλη πτυχή αυτής της ανθρώπινης περιπέτειας, που στιγμάτισε τον 20ο αιώνα. Το Ολοκαύτωμα μέσα από κάποιες δίκες Γερμανών, που υπηρέτησαν στο Άουσβιτς και πήραν μέρος στα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Και, επιπλέον, μέσα από τις αντιδράσεις Γερμανών πολιτών, που παρακολουθούσαν τις δίκες αυτές και ήθελαν, είτε να μην θυμούνται, είτε να μην αναγνωρίζουν τις θηριωδίες, προφανώς νιώθοντας συνενοχή για όσα η πατρίδα τους διέπραξε σε βάρος τής ανθρωπότητας.

Η υπόθεση του βιβλίου: Μια νεαρή γερμανίδα (Εύα), η οποία γνωρίζει και πολωνικά, αναλαμβάνει χρέη διερμηνέως σε δίκη για τους θανάτους και τα βασανιστήρια που είχαν συμβεί στο Άουσβιτς. Κατά την διάρκεια τής δίκης θα έρθει αντιμέτωπη με τις φρικτές αλήθειες που είχαν στιγματίσει την ιδέα τού ανθρώπου. Όμως, παράλληλα, θα βρεθεί απέναντι σε μια ακόμα σκληρότερη πραγματικότητα, που θα την φέρει απέναντι στην οικογένειά της: Μέσα από μισόλογα και υπαινιγμούς, θ’ ανακαλύψει πως και η ίδια είχε ζήσει για λίγο στο Άουσβιτς, μικρό παιδί, αφού ο πατέρας της, ως στρατιώτης, υπηρετούσε στο μαγειρείο τών γερμανών αξιωματικών. Αυτά θ’ ανατρέψουν την ζωή της και θα την οδηγήσουν σε αντιπαραθέσεις, τόσο με τον εαυτό της, όσο και με το περιβάλλον της. Είναι χαρακτηριστική μια παράγραφος που περιγράφει την αντίδραση της μητέρας (Έντιτ) τής Εύας (το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος), όταν εκείνη διαβάζει στις εφημερίδες τα της επικείμενης δίκης και αντιδρά καίγοντας τις εφημερίδες:

«Η Έντιτ έκλεισε την πόρτα της σόμπας. Στη συνέχεια κάλυψε το στόμα με την παλάμη της κι έτρεξε στο μπάνιο. Η Εύα σηκώθηκε και την ακολούθησε. Η μητέρα της ήταν γονατισμένη μπροστά στη λεκάνη της τουαλέτας κι έκανε εμετό. Η Εύα την παρατηρούσε σαστισμένη…

[…]

»Η Εύα την κοίταξε. Η Έντιτ σκούπισε το πρόσωπό της με μια πετσέτα και είπε: ‘‘Μην σκαλίζεις το παρελθόν, Εύα. Είναι καλύτερα έτσι, πίστεψέ με’’».

Επίσης, χαρακτηριστική είναι και η αρνητική αντίδραση του ανθρώπου που συνδέεται ερωτικά με την Εύα, του Γίργκεν όταν πληροφορείται πως η Εύα προσλαμβάνεται ως διερμηνέας στην δίκη. Τι κρυβόταν πίσω από αυτήν την αντίδραση:

«…αισθανόταν ότι πίσω απ’ αυτές κρυβόταν ο πραγματικός του φόβος: η δίκη στην οποία θα συμμετείχε η Εύα. Είχε ερωτευθεί την αθωότητά της, την αγνότητά της, επειδή ο ίδιος δεν ήταν αθώος. Πώς θα μεταμόρφωνε την Εύα το άγγιγμα του κακού; Πώς θα μεταμόρφωνε τον ίδιο;»

 

Η συγγραφέας, ως σκηνοθέτης, εστιάζει σε διάφορα υποσύνολα της γερμανικής κοινωνίας, δεκαπέντε χρόνια μετά την λήξη τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρώτα σ’ εκείνους που συμμετείχαν στις θηριωδίες παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στα εγκλήματα. Στη συνέχεια σε όλους εκείνους που είχαν μια παθητική συμμετοχή είτε ως στρατιώτες που εκτελούσαν διαταγές, είτε ως πολίτες που ανέχονταν τις ναζιστικές πρακτικές. Ακόμα εστιάζει και στους γερμανούς πολίτες, που ήθελαν να ξεχάσουν τα πάντα και να προχωρήσουν μπροστά την ζωή τους, σε μια χώρα που ήδη είχε χωριστεί σε Δυτική και Ανατολική. Ο «φακός» της, βεβαίως, επιμένει πολύ στις μαρτυρίες των επιζώντων τού Άουσβιτς, που καλούνται να ανακαλέσουν από την μνήμη τους τα δεινά που υπέστησαν οι ίδιοι και τα προσφιλή τους πρόσωπα.

Οι μαρτυρίες τών κατηγόρων, όπως αναφέρει η συγγραφέας στο τέλος τού βιβλίου της, είναι αποσπάσματα των αυθεντικών καταθέσεων, όπως αυτές καταγράφηκαν στην διάρκεια της δίκης.

Η εικόνα για όσα συνέβαιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι επαρκής για τον μέσο αναγνώστη, που δεν έχει εντρυφήσει ενδελεχώς αυτό, το οποίο στη συνέχεια πήρε την ονομασία «Ολοκαύτωμα».

«Στις 28 Οκτωβρίου του ’42, μας εκτίπσαν με τη γυναίκα μου και τον γιο μου από το γκέτο της Κρακοβίας. Τρειςμ έρες ταξιδεύαμε με εμπορική αμαξοστοιχία. Σε κλειστό βαγόνι. Δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις υγιεινής. Μόνο ένας κουβάς στη γωνία για ογδόντα ανθρώπους. Δεν είχαμε φαγητό και νερό. Στη διάρκεια του ταξιδιού πέθαναν άνθρωποι, τουλάχιστον δέκα. Προπάντων γέροι. Όταν φτάσαμε, την 1η Νοεμβρίου, μας έβγαλαν από το βαγόνι στην αποβάθρα. Μετά χώρισαν τους επιζήσαντες. Γυναίκες, παιδιά και γέροι αριστερά, οι άντρες δεξιά…

[…]

»Στο στρατόπεδο, ένας άλλος φυλακισμένος μου έδειξε αργότερα μια στήλη καπνού στον ορίζοντα. Είπε: ‘‘Κοίτα. Η γυναίκα σου και ο γιος σου ανεβαίνουν στον ουρανό’’», καταθέτει ο μάρτυρας Γιαν Κραλ.

Ένας άλλος μάρτυρας, του οποίου είχαν δολοφονηθεί η γυναίκα και τα τρία τους παιδιά, ο Ότο Κον, θα καταθέσει:

«Τη μέρα της απελευθέρωσης ήμουν γυμνός, ζύγιζα 34 κιλά, είχα γκριζόμαυρα εξανθήματα παντού, έβηχα και έβγαινε πύον. Όποτε χαμήλωνα τα μάτια και κοιτούσα το κορμί μου, ήταν σαν να έβλεπα ακτινογραφία του εαυτού μου. Είχα μείνει σκελετός. Αλλά είχα ορκιστεί ότι θα επιζήσω, επειδή έπρεπε να διηγηθώ τι συνέβη». Μετά την κατάθεσή του ο Ότο Κον, πιστεύοντας πως ο όρκος του τηρήθηκε και δεν έχει άλλο χρέος στη ζωή, αυτοκτονεί πέφτοντας στις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Η Εύα θα κρατήσει για πάντα το καπέλο του, θέλοντας να κρατήσει ζωηρή την ανάμνηση ενός ήρωα / μάρτυρα της τραγωδίας τού Ανθρώπου.

Ο Ότο Κον, που έβλεπε στα πρόσωπα των δικαστών την δυσπιστία και των κατηγορουμένων την αμφισβήτηση, για όσα καταμαρτυρούσε, είχε κλείσει την κατάθεσή του λέγοντας:

«Πρέπει να πω κάτι τελευταίο. Ξέρω πως όλοι αυτοί οι κύριοι (κατηγορούμενοι) λένε ότι δεν ήξεραν τι γινόταν στο στρατόπεδο. Εγώ γνώριζα τα πάντα από τη δεύτερη κιόλας. Και όχι όνο εγώ. Ήταν εκείνο το αγόρι, δεκαέξι χρόνων. Αντρέας Ράπαπορτ λεγόταν. Ήταν στο εντέκατο παράρτημα. Έγραψε με αίμα στον τοίχο, στα ουγγρικά: ‘‘Αντρέας Ράπαπορτ, έζησε 16 χρόνια’’. Ύστερα από δυο μέρες ήρθαν και τον πήραν. Με φώναξε: ‘‘Θείε, ξέρω ότι θα πεθάνω. Πες στη μητέρα μου ότι τη σκεφτόμουν μέχρι την τελευταία στιγμή!’’ Αλλά δεν μπόρεσα να της το πω. Πέθανε και η μητέρα. Αυτό το αγόρι ήξερε τι συνέβαινε εκεί!… Κι εσείς όχι; Εσείς όχι;».

Η μάρτυρας Άννα Μαζούρ, η οποία είχε εργαστεί ως γραμματέας στο ληξιαρχείο του στρατοπέδου τού Άουσβιτς, συγκλονίζει την Εύα, καθώς στην κατάθεσή της αναφέρει πως «…δουλειά της ήταν να συντάσσει πιστοποιητικά θανάτου – μερικές φορές, εκατό τη μέρα – και μάλιστα, μόνο για ανθρώπους για ανθρώπους που είχαν σκοτωθεί στο στρατόπεδο. Τα ονόματα εκείνων που είχαν πάει στους θαλάμους αερίων δεν τα κατέγραφε κανένας. Ως αιτία θανάτου εξαναγκάζονταν να γράφουν ‘‘αδύναμη καρδιά’’ ή ‘‘τύφος’’, παρόλο που οι άνθρωποι είχαν εκτελεστεί ή είχαν χτυπηθεί μέχρι θανάτου ή είχαν βασανιστεί μέχρι θανάτου. ‘‘Μόνο μια φορά στην περίπτωση μιας γυναίκας, αρνήθηκα να γράψω ‘‘αδύναμη καρδιά’’…

[…]

»Ήταν η αδελφή μου και είχα μάθει από μιαν άλλη γυναίκα, που ήταν μαζί της στο γυναικείο μπλοκ, πως είχε πεθάνει.

Η Εύα άκουγε την Άννα να διηγείται το μαρτύριο της αδελφής της και στη συνέχεια μετέφρασε τα λόγια της όσο πιο ήρεμα μπορούσε, ενώ η Άννα Μαζούρ της έκανε νεύματα ευγνωμοσύνης ύστερα από κάθε πρόταση. ‘‘Οι γιατροί ήθελαν να βρουν έναν φτηνό τρόπο για τη στείρωση των γυναικών’’».

Τα περιστατικά που αναφέρει η συγγραφέας είναι πολλά και όλα προέρχονται από τα πρακτικά τής δίκης. Ο μύθος αγκαλιάζει την πραγματικότητα και ξεσκεπάζει τις ντροπές του 20ου αιώνα. Η συγγραφέας κρατά τον μύθο μόνο ως εργαλείο που θα την οδηγεί στην κατάθεση των δικών της προβληματισμών και, φυσικά, στην εξέλιξη της πλοκής. Έτσι, η Εύα, γίνεται μάρτυρας ενός επεισοδίου στο εστιατόριο του πατέρα της, όταν η συμπεριφορά ενός από τους κατηγορουμένους, που φτύνει στα πόδια της μητέρας της, αποτελεί ευθεία προσβολή για την οικογένειά της. «Από πού τον γνωρίζεται αυτόν τον άντρα;», θα ρωτήσει τους γονείς της, χωρίς να πάρει απάντηση.

 Ένας ασκούμενος δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής, θα ωθήσει την έξοδο της αλήθειας από το σκοτάδι. Είναι αυτός που θα σταθεί απέναντι στην Εύα και θα της πει:

«‘‘Ο Λούντβιχ Μπρουνς είναι ο πατέρας σας. Έτσι δεν είναι;’’ Για μια στιγμή η Εύασκέφτηκε ότι δεν άκουσε καλά, αλλά ο Ντέιβιντ συνέχισε:

‘‘Εργαζόταν ως μάγειρας στη λέσχη αξιωματικών του στρατοπέδου. Πόσων ετών ήσασταν τότε;’’, ρώτησε. Η Εύα δεν μίλησε. Είχε αποκαλυφθεί. Έψαχνε τη σωστή απάντηση. Τελικά παραιτήθηκε και είπε την πρόταση που ακουγόταν πιο πολύ από κάθε άλλη στην δικαστικά αίθουσα: ‘‘Δεν το ήξερα’’. Και συνέχισε: ‘‘Δεν είχα αναμνήσεις από κείνη την εποχή. Ειδάλλως, νομίζετε θα είχα δεχτεί αυτή τη δουλειά; Ούτε που ήξερα ότι ο πατέρας μου ήταν στα Ες-Ες’’. Ο Ντέιβιντ μασούσε στωικά, και η Εύα τον κοίταξε και σκέφτηκε πως έδειχνε ευχαριστημένος. Θύμωσε και σηκώθηκε όρθια. ‘‘Αισθάνεστε δικαιωμένος, κύριε Μίλερ, έτσι; Πάντα το λέγατε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος σε τούτη τη χώρα που να μην έχει σχέση με αυτή την ιστορία. Με εξαίρεση, ίσως, τους συναδέλφους σας στην εισαγγελία…’’

»‘‘Ναι, αυτής της άποψης είμαι’’, τη διέκοψε ο Ντέιβιντ. ‘‘Ποτέ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει το λεγόμενο Ράιχ σε τόσο απόλυτο βαθμό αν δεν συμμετείχε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού’’».

Αυτή η αλήθεια σε συνδυασμό με τις καταθέσεις τών μαρτύρων δημιουργούν ένα σκηνικό που συγκλονίζει την νεαρή διερμηνέα. Μεταφράζει και νιώθει πως ο κόσμος χάνεται από γύρω της. Η φρίκη τεμαχίζει την ψυχραιμία της.

«Ο Βιλκ περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε σκοτώσει κρατουμένους στο λεγόμενο κτίριο ασθενών. Τους οδηγούσαν σ’ ένα από τα εξεταστήρια. Τους ανάγκαζαν να καθίσουν σ’ ένα σκαμνί. Τους ανάγκαζαν να σηκώσουν το αριστερό χέρι και να κλείσουν με την παλάμη το στόμα τους ώστε να πνίξουν τα αναμενόμενο ουρλιαχτό αλλά και για να έχει ο κατηγορούμενος εύκολη πρόσβαση στην καρδιά των θυμάτων και να μπήξει μέσα τη βελόνα. Ο μάρτυρας είπε στα γερμανικά: Τους ‘‘συρίγγωναν’’, έτσι το λέγαμε’’. Κατόπιν συνέχισε στα πολωνικά, και η Εύα μετέφραζε: ‘‘Στην αρχή δούλευα ως νοσηλευτής., ύστερα ως νεκροφορέας.

[…]

»‘‘Βγάζαμε τους νεκρούς από το δωμάτιο όπου είχαν θανατωθεί και τους μεταφέραμε από τον διάδρομο στο υπόγειο, στα αποδυτήρια. Και το βράδυ τους φορτώναμε στο καρότσι και τους πηγαίναμε στο κρεματόρο’’.

[…]

»(Ερώτηση προέδρου δικαστηρίου) ‘‘Πόσοι άνθρωποι θανατώθηκαν παρουσία σας με αυτόν τον τρόπο;’’

»‘‘Δεν τους μετρούσα, αλλά πρέπει να ήταν γύρω στους εφτακόσιους με χίλιους…

[…]

»‘‘Από πού έρχονταν οι άνθρωποι που θανατώνονταν εκεί;’’

»‘‘Από το Μπλοκ 28 του στρατοπέδου. Και μια φορά έφεραν εβδομήντα πέντε παιδιά. Από κάποιο μέρος της Πολωνίας, ηλικίας οχτώ μέχρι δεκατεσσάρων ετών’’

[…]

»‘‘Ήταν και ο πατέρας σας στο στρατόπεδο;’’

[…]

»‘‘Ναι. Ήταν…’’

[…]

»‘‘Και ποια ήταν η τύχη του πατέρα σας;’’

[…]

»‘‘Ο κατηγορούμενος τον δολοφόνησε μπροστά στα μάτια μου. Αυτό έγινε στις 29 Σεπτεμβρίου 1942. Τότε έκανε καθημερινά ενέσεις’’».

Οι διαδικασία τής δίκης, με τις καταθέσεις των παθόντων μαρτύρων και την ψυχρότητα των κατηγορουμένων, προκαλούν την αποστροφή της διερμηνέως, η οποία φτάνει στο σημείο να αναιρεί την ίδια της την ύπαρξη. Απομακρύνεται από την οικογένεια της, νιώθοντας ξένο σώμα. Οι συγκρούσεις στον εσωτερικό της κόσμο είναι τιτάνιες. Ξέρει πως πια, με όσα έχει μάθει, δεν είναι η ίδια, γιατί αυτά που έχει πληροφορηθεί γκρεμίζουν κάθε τι που αποτελεί τον μέχρι τότε κόσμο της. Η αδελφή της, η Άνεγκρετ, που είναι το εντελώς αντίθετό της, θα ανακαλύψει το προσωπικό της ημερολόγιο και θα διαβάσει κάποιες σημειώσεις της, μένοντας παγερά αδιάφορη. Ο πόνος και οι προβληματισμοί είναι τελικά μόνο για την Εύα:

«Οι γυναίκες και τα παιδιά οδηγούνταν πρώτα στις ‘‘ντουζιέρες’’, ύστερα οι άντρες. Για να παραπλανηθούν τα θύματα και να αποτραπεί πιθανός πανικός, είχαν τοποθετηθεί πινακίδες. ‘‘Μπάνιο’’ ή ‘‘Απολύμανση’’. Πεντακόσιοι έως και εφτακόσιοι ενήλικες και παιδιά μιας μεταγωγής αναγκάζονταν να στριμωχτούν σε περίπου εκατό τετραγωνικά μέτρα. Μέσα από ένα άνοιγμα στη σκεπή, οι θύτες έριχναν σε μια κατασκευή από συρματόπλεγμα Κυκλώνιο Β, το οποίο διοχετευόταν στους θαλάμους μέσω ενός κυλίνδρου από συρματόπλεγμα και λαμαρίνα. Έξω από τους θαλάμους αερίων, στην αρχή ακούγονταν ουρλιαχτά, που μετατρέπονταν σ’ έναν πολύφωνο βόμβο σαν από μελίσσι, ο οποίος στο τέλος γινόταν όλο και πιο σιγανός. Ο θάνατος επερχόταν εντός πέντε έως δεκαπέντε λεπτών. Αφού περνούσαν τριάντα με σαράντα λεπτά για να αεριστεί ο θάλαμος, το Ζοντερκομάντο υποχρεωνόταν να βγάλει τα πτώματα έξω. Υποχρεωνόταν να μαζέψει τα κοσμήματα, να κόψει τα μαλλιά των νεκρών και να αφαιρέσει τα χρυσά δόντια, να χωρίσει τα μωρά από τις μανάδες τους…»

Θα λυτρωθεί η Εύα από τους εφιάλτες της; Η Χες οδηγεί την μυθοπλασία με τέχνη και ιδιαίτερη ευαισθησία σε λυτρωτικό τέλος, προσφέροντας την ανακούφιση στον αναγνώστη, αλλά και την ελπίδα πως μπορεί αυτός ο κόσμος να γίνει καλύτερος.

Κλείνοντας, το σημείωμά μου, θα τονίσω πως το «Η διερμηνέας» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη.

 

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου