τοβιβλίο.net

Select Page

Franz Kafka: “Γράμμα στον Πατέρα”

Franz Kafka: “Γράμμα στον Πατέρα”

«ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, Πριν λίγο καιρό με ρώτησες, γιατί ισχυρίζομαι ότι σε φοβάμαι. Όπως συνήθως, δεν είχα τι ν’ απαντήσω κι επειδή απέναντι σου αισθάνομαι φόβο, η εξήγηση του οποίου εξαρτάται από άπειρες λεπτομέρειες, που αν τις ανέφερα προφορικά θα ήταν αδύνατο να διατηρηθεί η λογική συνοχή τους, προσπαθώ τώρα να σου απαντήσω με αυτό το γράμμα. Βέβαια, πάλι θα υπάρχουν ελλείψεις, διότι και γράφοντας νιώθω τον φόβο σου καθώς και τις συνέπειες του, να μ’ εμποδίζουν. Επιπλέον, το μέγεθος του αντικειμένου είναι τέτοιο, που ξεπερνά τις δυνατότητες της μνήμης και της κρίσης μου» (Φραντς Κάφκα, ‘Γράμμα στον Πατέρα’).

Το ‘Γράμμα στον Πατέρα’ του Franz Kafka, προσδιορίζει και προσδιορίζεται από τις παιδικές μνήμες του συγγραφέα, διαπερνώντας εγκάρσια την ιδιαίτερη σχέση με τον πατέρα του.

Διαμέσου αναφορών, προσδοκώμενων εντάσεων, εμπρόθετων παρεμβάσεων στο παρελθόν και στο παρόν, ο Κάφκα σκιαγραφεί με ενάργεια τις προκείμενες ενός οικογενειακού-πατρικού περιβάλλοντος το οποίο κατα-πνίγει την εκ-φορά της δικής του γλώσσας, τον αισθητό αντικειμενικό κόσμο ενός πατέρα που, την κρίσιμη στιγμή, ορθώνεται εντός και εκτός οικίας, επιβλέπει, προσιδιάζοντας προς την συγκρότηση ενός ιδιαίτερου ‘καθεστώτος’ πειθάρχησης με το βλέμμα και την κίνηση..

Το Καφκικό ‘Γράμμα στον Πατέρα’ ‘διεισδύει’ στις ορατές & αδιόρατες γραμμές που συγκροτούν την σχέση πατέρα-γιου, την ψυχοσωματική και την κοινωνική ανάπτυξη του νεαρού Κάφκα εντός ενός πλαισίου πατρικών κανόνων, παραινέσεων και αξιώσεων, κανόνων που φέρουν την ένταση της αντανάκλασης, της προσδοκώμενης πατρικής αντανάκλασης: ‘θέλω να αποκτήσεις την δική μου φωνή’..

Ο νεαρός Κάφκα, ο Κάφκα των ανεπίδοτων γραμμάτων σε έναν πατέρα που δια-κρατείται και εκ-φεύγει, που ‘επανεπινοεί’ τον υιό του ως σιωπηρή και μη ‘ενοχλητική’ υπενθύμιση, που δύναται να ορθωθεί εκ νέου διαμέσου της σωματικής του διάπλασης & δύναμης, διαμέσου των αναφορών σε έναν επιτηδευμένο Ιουδαϊσμό, αυτός ο Κάφκα προσλαμβάνει τις εκφάνσεις της δικής του προσωπικής τραγωδίας-τραγικότητας, εγκολπώνεται τις σημάνσεις του λόγου για να επανεφεύρει την παρουσία του και τον συμβολισμό της: τον βίο εντός και εκτός του διαρκούς πατρικού ‘Νόμου’, της πατρικής εξουσίας-φιγούρας που δύναται να επιβληθεί ως ιδιαίτερος ‘μύθος’ με καφτάνι.

Αποδίδοντας τις ‘θρυμματισμένες’ όψεις της οικογενειακής του δυστοπίας, η Καφκική λογοθετικότητα διαπερνάται από έναν αδιόρατο φόβο για αυτό που απαντάται ως απρόσιτη εξουσία, εγκαλεί τους όρους και τα όρια της ενοχής, της αγωνίας μη τον ‘καταβάλλει’ η ίδια η λέξη.

Η ίδια αίσθηση της αγωνίας υπεισέρχεται στο κείμενο, η αίσθηση της αόρατης ‘ρηγμάτωσης’ του προσωπικού του κόσμου, η αίσθηση της πανταχού παρούσας παρουσίας ενός πατέρα που, στη θέαση του Κάφκα, συντίθεται από νόρμες, ‘ενσαρκώνοντας’ παράλληλα την ευρύτητα του πανικού. Του πανικού που επι-φέρει η παρουσία του ενώπιον του Κάφκα και των αδελφών του. Το έργο διατρέχουν οι μορφικές καταγραφές, αυτό που η Αθηνά Αθανασίου προσδιορίζει ως «ένα φάσμα αδιαχείριστης απώλειας».[1] «Απώλειας» του συμβατικού εαυτού, του Πατέρα και της Καφκικής οικογένειας ως ‘μύθο’.

Η τάξη του συγγραφέα διασαλεύεται, με την Καφκική γραφή να επιτάσσει την αναζήτηση του εφήμερου, των ίδιων των διερωτήσεων: ποιος είναι και που ευρίσκεται ο πατέρας; Τι δύναται να σημάνει η αναζήτηση της διεξόδου; Η ρωγμή του προφανούς γίγνεσθαι; Της αθώας και της ενοχικής πατρότητας; H δυναμική του Καφκικού ‘Γράμματος στον Πατέρα’ έγκειται στις αποτυπώσεις της ‘προσπελάσιμης’ μνήμης, στις ενσκήπτουσες κορυφώσεις μίας σχέσης που εγγράφεται εκ νέου την στιγμή ακριβώς της επιδιωκόμενης υπέρβασης-άρσης της, με τον συγγραφέα να αναζητεί εικόνες, συμβολισμούς, χωρο-σημάνσεις, διεξόδους από την πατρική φιγούρα η οποία, προτού αλλοτριώσει, απλώνει πατρικά το χέρι..

Επρόκειτο για ένα λογοθετικό ‘παίγνιο’ μετατοπίσεων και μετατοπιζόμενων κύκλων, ‘παίγνιο’ όπου το ‘φορτίο’ της Καφκικής αίσθησης ‘μηδαμινότητας’ (όπως το θέτει ο ίδιος ο συγγραφέας), καθίσταται ορατό, μία ‘μηδαμινότητα’ η οποία, άλλοτε συνθλίβει αλλά και άλλοτε δύναται να επανανοηματοδοτήσει την φορά της επιδιωκόμενης ‘απο-λύτρωσης’, της πορείας υπό το πλαίσιο του τοιχίου: και το ‘Γράμμα στον Πατέρα’, στον Πατέρα-Σφίγγα που θέτει και εγγράφει τα τελειωτικά ερωτήματα αλλά και το όλο Καφκικό έργο δύναται να αναφερθούν ως ένα εκτατικό, ‘τοιχίο’ που ακούει και συσσωρεύει τις προϋποθέσεις της σπειροειδούς ανάπτυξης, της αναπαράστασης των λεπτών δικτύων της αναγκαιότητας πειθάρχησης και της εξορίας, ενός ‘Νόμου’ πριν τον ‘Νόμο’: την πρωταρχική του νύξη, την εννοιολόγηση του ως ‘χωροχρονική μήτρα’ που ‘γεννά’ το κανονικό-κανονιστικό.

Η ανοιχτή ‘πληγή’ περικλείεται σε ένα σημαίνον απόσπασμα: «Τα χρόνια πέρασαν, αλλά εγώ υπέφερα πάντοτε από την φρικιαστική εικόνα ενός τεράστιου πατέρα, που ήταν για μένα η ενσάρκωση της δικαιοσύνης, να έρχεται την νύχτα κατά πάνω μου και χωρίς αιτία να με πετά από το κρεβάτι στο μπαλκόνι. Έτσι, αποδείκνυε πόσο μηδαμινός φάνταζα στα μάτια του. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσε τότε μια μικρή αρχή, όμως το αίσθημα της μηδαμινότητας που τόσο συχνά με κυριεύει (αίσθημα, το οποίο από διαφορετική άποψη ίσως είναι ευγενικό και γόνιμο), οφείλει πολλά στην επιρροή σου».[2]

Ο Κάφκα απο-καλύπτεται, και, την στιγμή της απο-κάλυψης, δύναται να διαμορφώσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εγγραφή της απορίας, για την τομή μεταξύ ηλικίας και συνειδητότητας, τομή που διαπερνά το συγγραφικό του έργο, αναφέροντας παράλληλα μία εμπρόθετη αίσθηση, την οντολογία του ‘είναι’ ή την οντολογική «γλώσσα» η οποία ‘συσπάται’ σε διάφορα κομμάτια για να δια-κρατηθεί η έκφανση: το Καφκικό «αίσθημα της μηδαμινότητας» απέναντι σε έναν πατέρα ‘τιμωρό’ των αισθήσεων, έναν πατέρα που ομολογεί την δύναμη της Καφκικής εντροπίας, αναζητώντας από τον νεαρό Φραντς το ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν’. Ο συγγραφέας μοιάζει να διερωτάται: τι σημαίνει να είσαι γιος του πατέρα Κάφκα;

Απέναντι στον πατέρα-‘κοσμοείδωλο’ που συγκροτεί τα πλαίσια του οικιακού γίγνεσθαι, απέναντι στο γίγνεσθαι της υποψίας & της αγωνίας που ‘γεννά’ το μέτρο και το μη-μέτρο, ο Κάφκα διαμορφώνει το συγγραφικό του ένστικτο, το ίδιο ‘Γράμμα στον Πατέρα’, ομιλώντας: Και τώρα, η δια-πάλη για την λέξη, για την ιεραρχία και τις προθέσεις της, για τον πατρικό ‘Νόμο’ τα μυστικά του οποίου αναζητεί ο συγγραφέας.

Ο νεαρός Τσέχος γράφει τα γράμματα προς τον πατέρα του, ασκούμενος στο ύφος της επιμονής διαμέσου της ανά-κλησης, χρησιμοποιώντας τα ‘παίγνια’ ενός βίου προσποιητών και απροσποίητων εκρήξεων, απευθυνόμενος σε έναν πατέρα ο οποίος, ενώπιον του νεαρού υιού του, εγκαλεί διαρκώς τα όρια, ανα-πλαισιώνει την μεταιχμιακότητα των αναφορών του, κινείται προς τον αστερισμό της υπόμνησης του ‘εσύ’: ‘εσύ, τι δύναται να καταφέρεις;’ ‘Τι έχεις κάνει εσύ που δεν μπορώ και δεν έχω καταφέρω να το κάνω εγώ;’..

Με μία επιτελεστικότητα που τον φέρνει στο παρόν, ο Franz Kafka απο-δίδει αυτο το γράμμα στον πατέρα ‘πανοπτικόν’ & στον πατέρα ‘φάντασμα’, σημαίνοντας την δόμηση ύστερων και ύστατων ‘καταφυγίων’ όπως η ένωση διαμέσου του γάμου, αναδεικνύοντας παράλληλα όχι απλά τις πλαισιώσεις του κύριου συγγραφικού του έργου, όπως επισημαίνει η κριτική, αλλά κύρια τις προκείμενες της δυνατότητας ή των δυνατοτήτων που υποκρύπτει η Καφκική γραφή που είναι η ίδια η επιδίωξη του να τεθεί ‘τάξη’ στο ‘χάος’..

Γράφοντας ο Κάφκα, επιτελεί την αμφιθυμία της ύπαρξης, φέρει το ‘τραύμα’, το ‘τραύμα’ της οικογενειακής-πατρικής πρόθεσης, το ‘φορτίζει’ εκ νέου, ανα-γνωρίζοντας ότι η γλώσσα καθίσταται ‘ασώματη’ εξουσία η οποία δύναται να εγκολπωθεί στο σώμα..

Ποια είναι η ‘επωνυμία’ του πατέρα; Ο επάλληλος Κάφκα επί των επάλληλων προσλήψεων-όψεων του βίου του Franz Kafka.

Η σχεσιακότητα που αναπτύσσεται, οι συμπυκνώσεις του βάρους, κινούνται προς την κατεύθυνση της πραγμάτωσης: σε αυτό το σημείο, ο συγγραφέας επιτελεί την συμβολική ‘πατρο-κτονία’, αντικρίζει τα μεταίχμια της μετάβασης, τείνοντας προς την συγκρότηση ενός πρωτόλειου υποκειμενισμού: τώρα και στο μέλλον, σημασία έχει η ανάπτυξη του ‘ανοίκειου’, της ‘μεταμόρφωσης’ του γίγνεσθαι σε διάστικτες στιγμής που προσδιορίζονται από την μνήμη και την αμνησία.

Όπως επισημαίνει η Αθηνά Αθανασίου: «Το ανθρώπινο είναι πάντοτε το συμβάν των πολλαπλών του εκθέσεων – τόσο στο πλαίσιο της σχεσιακότητας του με τους άλλους, όσο και στο πλαίσιο της έκθεσης του στις κανονιστικές δυνάμεις που ρυθμίζουν τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές νόρμες της ανθρωπινότητας». [3]

Η Καφκική σχεσιακότητα των ‘Γραμμάτων’ εγγράφει και επανεγγράφει την σχεσιακότητα της έκθεσης, της γενεαλογίας του αίματος, της τρωτής ύλης, τον προσδιορισμό των ανθρώπινων σχέσεων εντός της πατρικής ‘Πολιτείας’.

Πατέρας και γιος, γιος και πατέρας ενώπιον της αίσθησης του ‘βάρους’ και των λεκτικών ατοπημάτων, εκεί όπου η ίδια η λέξη, η Wort, λειτουργεί ως πολλαπλό μήνυμα. Ο πατέρας του καθίσταται η ανοιχτή σχέση του με τον υιό Κάφκα.. Και η δυνητική απο-λύτρωση του Κάφκα; Η εντύπωση που δύναται να προκαλέσει η ίδια λέξη..

Ο Κάφκα διαρκώς απευθύνεται στον πατέρα, ήτοι στη γενεαλογία της βεβαιότητας, σε μία ιστορία αίματος που ‘καταδικάζει’ με την πρόθεση του ενοχικού ‘συνδρόμου’.

Η πύλη ανοίγει, και οι λέξεις καταθέτουν και επανασυνθέτουν τον ρυθμό, την ανισορροπία του σώματος, του φόβου ενώπιον του πατρός-‘κειμένου’, τις χαμηλόφωνες εντάσεις του θανάτου, τις σημάνσεις της αυτοκτονίας. Ο Κάφκα διαμορφώνεται ως συγγραφέας διαμέσου της οικογενειακής-πατρικής του γενεαλογίας, μετεξελίσσεται και καθίσταται ο σημαίνων συγγραφέας που γνωρίζουμε διότι δεν έπαψε να λειτουργεί και να είναι ένας Κάφκα..

Η Pascale Casanova αναφέρει: «Ο Κάφκα όχι μόνο δεν ήταν ένας συγγραφέας εκτός χρόνου και ιστορίας, όπως θέλουν γενικά να τον περιγράφουν, αλλά έγινε μάλιστα, κατά κάποιο τρόπο, ένας αυθόρμητος θεωρητικός αυτού που ο ίδιος αποκάλεσε ακριβώς «μικρές» λογοτεχνίες, περιγράφοντας ότι παρατηρούσε στην πράξη στην αναδυόμενη τότε Τσεχοσλοβακία και στους κόλπους των πολιτικών και λογοτεχνικών γίντις κινημάτων, δηλαδή του περίπλοκους μηχανισμούς μέσω των οποίων καταφέρνουν να αναδυθούν όλες οι νέες εθνικές λογοτεχνίες».[4]

Και δίπλα στη δική του λογοθετικότητα, ενσκήπτει ο ποιητικός λόγος του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου, για έναν πατέρα στη μέση του ονείρου: «Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα. Σε κοιτάζω με τα βλέφαρα σου κλειστά, την ανάσα κομμένη και δεν μπορώ να δακρύσω, γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ».[5] Ο Kafka εξομολογείται στον γνωστό και ‘άγνωστο’ πατέρα.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά & Μπάτλερ Τζούντιθ, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 95.

[2] Βλέπε σχετικά, Κάφκα Φραντς, ‘Γράμμα στον Πατέρα’, Μετάφραση: Καλαμάρας Φαίδων, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1987, σελ. 14.

[3] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά & Μπάτλερ Τζούντιθ, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 57.

[4] Η Pascale Casanova, στη μονογραφία της, ασκεί και μία συνοπτική όσο και εύστοχη κριτική στους Deleuze & Guattari, οι οποίοι, στο δικό τους δοκίμιο για τον Κάφκα, και λειτουργώντας με όρους τυπολογικών αναγωγών, αποδίδουν στον Κάφκα μία απόλυτη πολιτική μοναδικότητα ή αλλιώς, μία πολιτική απολυτότητα, παραγνωρίζοντας την ευρύτητα του Καφκικού έργου, τον διαρκή προσδιορισμό των ανθρώπινων σχέσεων καθώς και την αναπαραγωγή τους στο και ως μέτρο του δυνατού, εγγράφοντας το ίδιο το πολιτικό στην κατεύθυνση των έκκεντρων υπομνήσεων, της Εβραϊκής υπόμνησης στην «καρδιά» της Γερμανικής ή Γερμανόφωνης Μεσευρώπης, της ‘τεχνολογίας’ του πολιτικού ως συνάρθρωση ατομικότητα και ‘ανώνυμης’ συλλογικότητας. Βλέπε σχετικά, Casanova Pascale, ‘Η Παγκόσμια Πολιτεία των Γραμμάτων’, Μετάφραση: Γιαννοπούλου Έφη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2011, σελ. 252.

[5] Βλέπε σχετικά, Μαρκόπουλος Γιώργος, ‘Νύχτα του ασπασμού’, Ποιητική Συλλογή ‘Κρυφός Κυνηγός’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2010, σελ. 21.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος