Select Page

Happy New Year!

Happy New Year!

«Πάντως το βραβείο το παίρνουν τα κις λορέν της Σοφίας», αποφάνθηκε η Μυρσίνη, ενώ συμφώνησαν  με μια φωνή όλοι στην ομήγυρη. «Ε, μα έβαλα όλη μου την τέχνη! Για την Ελένη μας!» είπε η Σοφία, ψιλοκοκκινίζοντας. «Χα, χα, ναι! Για την Ελένη μας! Εδώ έφτασα να φτιάξω παστίτσιο εγώ! Ποια; Εγώ, που δεν έχω ξαναμαγειρέψει ποτέ τίποτα πέραν του τοστ!», χαριτολόγησε η βενιαμίν της ομάδας, η Λέττα. Η Λέττα είναι  μόλις 23 ετών. Η νεώτερη χρονικά και ηλικιακά συνάδελφος, βρίσκεται στην Υπηρεσία μόλις 3 μήνες, συμβασιούχα ορισμένου χρόνου. Όλοι οι υπόλοιποι, μετρούν ήδη αρκετά χρόνια.

Σήμερα η μέρα είναι ξεχωριστή. Εκτός από τελευταία εργάσιμη του χρόνου, ανεπίσημη «ημιαργία» όπως συνηθίζεται, είναι και η τελευταία μέρα παραμονής στη δουλειά της Ελένης, μια και η καινούρια χρονιά θα τη βρει συνταξιούχο. Είναι η τέταρτη και τελευταία για φέτος, που φεύγει με πρόωρη σύνταξη, μια και ως παλιότερη –και τυχερότερη– δημόσια υπάλληλο, την πιάνει ο νόμος. Άλλωστε, όπως οι περισσότεροι, έχει τρομάξει αρκετά με την προοπτική της αύξησης του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης. «Μέχρι τα εξηνταπέντε; Μα δε θα μπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας τότε!». Διαμαρτύρονταν οι υπόλοιπες συναδέλφισσές της όλο τούτο τον καιρό. Για τις περισσότερες απ’ αυτές βέβαια, είναι ζητούμενο εάν «παίρνουν τα πόδια τους» και τώρα. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Σήμερα έχει στηθεί μια μικρή γιορτή για την Ελένη. Μεζεδάκια και κρασί που ετοιμάστηκαν ρεφενέ, είχαν αντικαταστήσει τους σωρούς από χαρτούρα που συνήθως έβλεπε κανείς πάνω στο μακρύ οβάλ τραπέζι συσκέψεων, που για την περίσταση είχε  καθαριστεί και στολιστεί μ’ ένα βάζο με λουλούδια. Ευτυχώς ο υπολογιστής από τον οποίο εξέπεμπαν οι ήχοι των τραγουδιών ενός web radio δε διέθετε πρόσθετα ηχεία, κι έτσι δεν ακούγονταν σχεδόν καθόλου, οπότε γλύτωναν τον πονοκέφαλο από τα ελληνικά λαϊκο-σκυλάδικα που λάτρευε ο Χρήστος, ο οποίος  και είχε συντονίσει τον συγκεκριμένο σταθμό! Οι φωνές και τα γέλια, που κάπου-κάπου γίνονταν και κακαρίσματα, σκέπαζαν τους υπόλοιπους ήχους.

Η Ελένη προσπαθούσε να συμμεριστεί τη χαρά των άλλων. Ένοιωθε κάπως αμήχανα. Για πολύ ώρα προσπαθούσε να προσδιορίσει το γιατί. Τα πάντα είχαν οργανωθεί πολύ καλά, με πολύ κέφι απ’ τους συναδέλφους. Το είχαν ετοιμάσει ως …surprise party, η ίδια όμως το είχε καταλάβει αρκετές μέρες νωρίτερα, μια και είχε αντιληφθεί τις μεταξύ τους ψιθυριστές συνεννοήσεις για το γλεντάκι αυτό. Ευνοούσε άλλωστε έτσι κι αλλιώς η διάταξη των στριμωγμένων γραφείων τους ωτακουστές, εκόντες άκοντες. Ήταν λοιπόν περίπου προετοιμασμένη γι’ αυτό. Πού οφειλόταν όμως αυτή η αμηχανία; Γιατί ένοιωθε τόσο παράξενα; Κι αυτό το σφίξιμο στο στήθος, που όσο περνούσε η ώρα μεγάλωνε; Γιατί ένοιωθε έτσι άβολα;

Σσσσσσσσσς! Ησυχία!», ακούστηκε κάποια στιγμή από το στόμα του Γιάννη, του προϊστάμενου της υπηρεσίας. Συμμορφώθηκαν πάραυτα όλοι στο παράγγελμα και σώπασαν. «Γκουχ… Λοιπόν! Σήμερα αποχαιρετάμε, εκτός από τον παλιό το χρόνο, και την εκλεκτή συνάδελφο και φίλη μας Ελένη. Η Ελένη μας, μετά από είκοσι-τόσα χρόνια καθημερινής δουλειάς και παρουσίας κοντά μας, έχει την τύχη να ξεκινάει μια καινούρια καριέρα, αυτήν της συνταξιούχου. Της ευχόμαστε ολόθερμα να είναι πάντα καλά, με υγεία και ευτυχία, να ζήσει πολλά-πολλά χρόνια, να χαρεί την καινούρια της ζωή. Και εκ μέρους όλων μας, Ελένη μου, θέλω να σου προσφέρω ένα δώρο που σκεφτήκαμε να σου κάνουμε για να συνοδεύσουμε τις ευχές μας. Να είσαι πάντα καλά, να ζεις ευτυχισμένη και να σε χαίρονται αυτοί που σ’ αγαπούν!». Λέγοντας αυτά, έβγαλε από την τσέπη του ένα φάκελο και τον άνοιξε ο ίδιος, πριν καν τον δώσει στην Ελένη, στερώντας την από την τελευταία έκπληξη των λίγων δευτερολέπτων που διαρκεί το άνοιγμά του. «Σκεφτήκαμε λοιπόν να σου κάνουμε δώρο ένα τετραήμερο αεροπορικό ταξίδι στη Ρόδο, για δύο άτομα, σ’ ένα πολύ ωραίο πεντάστερο ξενοδοχείο! Να πάρεις τον άντρα σου και να πάτε, τώρα που θα έχεις και περισσότερο χρόνο! Σαν καλό ξεκίνημα, στη νέα σου ζωή».

Επιχείρησε ν’ απλώσει το χέρι της να πάρει το φάκελο, αλλά δεν το ’κανε αμέσως. Ένιωσε ένα μούδιασμα και μια αίσθηση υψηλής θερμοκρασίας, σαν ν’ ανέβαζε ξαφνικά πυρετό. Εκείνη τη στιγμή προσδιόρισε γιατί τόση ώρα αισθανόταν περίεργα και άβολα: «Στη νέα σου ζωή»… Ποια είναι αυτή; Και ποια είναι η παλιά της ζωή για να πιάσει από κει το νήμα; «Να σε χαίρονται αυτοί που σ’ αγαπούν». Υπάρχουν τέτοιοι; Όσο για το ταξίδι…. 

Η αλήθεια είναι πως εδώ και μερικούς μήνες που το είχε σχεδιάσει, περίμενε σαν σπουδαίο γεγονός τη συνταξιοδότησή της. Σήμερα όμως, έμοιαζε να συνειδητοποιεί ξαφνικά, πόσο είχε απαξιώσει το κομμάτι της ζωής της που συνδεόταν με αυτό το γραφείο, με αυτούς τους ανθρώπους, με αυτό το περιβάλλον που τόσα χρόνια τώρα θεωρούσε βαρετό και μίζερο. Στιγμιαία, είναι σαν να στάθηκε μπροστά σ’ έναν καθρέφτη και να αναγνώρισε τη μιζέρια της υπόλοιπης ζωής της. Τι την περίμενε σπίτι; Η φροντίδα ενός νοικοκυριού που δεν την ζητούσε πια κανείς, αλλά προέκυπτε ως ανάγκη της ίδιας της Ελένης για να γεμίζει το χρόνο της και για να αισθάνεται χρήσιμη (σε ποιον άραγε;).  Ένας σύζυγος, με τον οποίο εδώ και πολλά χρόνια μοιραζόταν μια συμβίωση περιορισμένη σε συζητήσεις είτε για τα πρακτικά τους ζητήματα είτε  για την κόρη τους, που ήδη ζούσε στο εξωτερικό συνδυάζοντας δουλειά και μεταπτυχιακές σπουδές. Η ψευδαίσθηση ενός «γάμου» που είχε από καιρό πεθάνει, που περιφερόταν, ωστόσο, ταριχευμένος με τα γνωστά υλικά: ρουτίνα, συμβάσεις, φίλοι, συγγενείς, το σχήμα, η εικόνα προς τα έξω…. Κουβέντες που δεν έγιναν ποτέ, θέματα που δεν ανοίχθηκαν καν, σιωπές και ανείπωτα. Πόσα χρόνια άραγε είχε εκείνος να της κάνει κάποιο δώρο; Πόσα χρόνια είχε να θυμηθεί γιορτή, γενέθλια; Για επέτειο ούτε λόγος… Κι εκείνη; Όλα αυτά τα χρόνια να φροντίζει να είναι όλα «όπως πρέπει». 

Ήταν η πρώτη στιγμή που συνειδητοποιούσε πόσο σημαντικό ρόλο κατείχε αυτό το άχαρο επτά-τρεις, Δευτέρα με Παρασκευή, στη μίζερη υπόλοιπη ζωή της. «Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς», μπόρεσε και είπε με φωνή σταθερή, απλώνοντας -επιτέλους- το χέρι και παίρνοντας το φάκελο με το δώρο. Τον έβαλε αμέσως στον πάτο της τσάντας της. Εκεί θα έμενε, έτσι κι αλλιώς, ίσως και για πάντα. Το «ταξίδι οι δυο μας», δεν σκόπευε ούτε να το προτείνει σαν αστείο.

Κανείς δεν αντιλήφθηκε την ταραχή της. Η αυτοπειθαρχία και η αυτοσυγκράτηση ήταν, άλλωστε, το κύριο συστατικό της συμπεριφοράς της, πολλά χρόνια τώρα. «Μπαμ!», ακούστηκε δυνατά ο φελλός από τη σαμπάνια που άνοιξε, προσπαθώντας να το κάνει με όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε η νεαρή Λέττα. «Happy New Year», τσίριξε σχεδόν, με τη χαριτωμένη νεανική της φωνή και μ’ εκείνη την αμερικανίζουσα προφορά που διαθέτουν οι περισσότεροι αγγλομαθείς της ηλικίας της!

Η Ελένη την κοίταξε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο. Στιγμιαία τη ζήλεψε έντονα. Όχι για τα νιάτα και την ομορφιά της. Ούτε για το ότι εκείνη ήταν στην αρχή κι η ίδια στο τέλος. Ζήλεψε την αθωότητα στον τόνο της φωνής της. Ζήλεψε το πόσο ανυποψίαστη ήταν για το τι ακολουθεί στη ζωή μιας γυναίκας.«Χάπυ νιου γίαρ, Λέττα μου!», της ανταποκρίθηκε ωστόσο, με βαριά ελληνιστί προφορά και μ’ εκείνο το σταθερό χαμόγελο της συστατικής της αυτοκυριαρχίας!

_

γράφει η Κατερίνα Επιτροπάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!