Θα ήσουν ο Bob.
Ε
γώ θα ήμουν η Charlotte.

Θα είμασταν εκείνοι. Χαμένοι στην πόλη μας. Ανάμεσα στους ανθρώπους της. Να μην ξέρουμε τίποτα. Χαμένοι στις λέξεις. Στις ιδέες. Στα όνειρα. Θα λέγαμε το χτες αύριο. Θα γράφαμε στο τζάμι τα ερωτηματικά κι ύστερα ένα ένα, ξανά και ξανά, θα τα αχνίζαμε για να τα αλλάξουμε με θαυμαστικά. Θα ενώναμε τις ψυχές μας σαν παλάμες. Θα λογαριάζαμε μαζί όσα δεν έχουμε λογαριάσει ποτέ. Ανάποδα. Από την αρχή. Ή κι από το τέλος. Χωρίς χρόνο. Χωρίς χώρο. Χωρίς τίποτα. Θα γελάγαμε μέχρι δακρύων για εκείνο το αστείο που δε γέλασε ποτέ κανείς, παρά μόνο εμείς, κι ύστερα σε μια αγκαλιά παρθένα θα κλαίγαμε με λυγμούς.

Εμείς ανάμεσα στους πολλούς, σαν άσπρες κουκκίδες μέσα σε έναν μαύρο ουρανό και σαν μαύρες σε έναν άσπρο ουρανό. Αταίριαστα ταιριασμένοι. Με κανένα κριτήριο που να δένει ή να λύνει τις μορφές μας. Στο κάτω κάτω τι νόημα θα είχε. Μια ατυχής προσπάθεια μετάφρασης ενός αμετάφραστου κειμένου. Εκείνου που δεν γράψαμε και όμως μιλάμε. Εκείνου που δεν είπαμε και όμως ακούμε.

Εκεί στο ενδιάμεσο και στο ανάμεσο οι άμεσοι και οι διάμεσοι. Αμετάφραστα μεταφρασμένοι και χαραγμένοι μοναχά από τη γεωμετρία των ονείρων μας.

 

 

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!