Ήμουν η Ματίλντα. Πέταγα ψηλά ανάμεσα στο σαλόνι και την κουζίνα. Τα βράδια δραπέτευα στον ουρανό. Αστέρια και χρυσόσκονη. Ναι. Πέντε λεπτά διαδρομή στη μαγεία αρκούσε. Να μιλάω με εκείνους που δε μιλάνε. Να βλέπω όσα δε βλέπει κανείς. Με τα αόρατα έκανα συχνά παρέα. Κουτσομπολεύαμε τα ορατά. Ήμουν η Ματίλντα. Βγαλμένη από ταινιάκι παιδικό. Από εκείνα που έβλεπα με το στόμα ανοιχτό και με το ερώτημα το παιδικό «στα αλήθεια υπάρχει; Πώς γίνεται;» και την αιώνια απάντησή που συνόδευε όλα τα αδύνατόν μου. «Βεβαίως και υπάρχει. Και ναι γίνεται έτσι». Πάντα με ένα έτσι. Από εκείνα τα έτσι που οι περισσότεροι μου απαντούσαν με τίποτα. Με εκείνα τα τίποτα πάλευα τα βράδια μου. Εκείνα που έκλαιγα και έλεγα δεν πειράζει, θα βρω ένα κάτι που δε θα είναι τίποτα. Ραντεβού στο επόμενο έτσι που δε θα είναι τίποτα. Ξημέρωνα με τη μαγεία μου. Κρυμμένη κάτω από το μαξιλάρι. Ραβδάκι στο χέρι σαν προστασία. Να γράφω να μένει. Να γράφω να φεύγει. Να εξαντλώ τις ζωές μου σε παιχνίδι με δύσκολους όρους. Ήμουν η Ματίλντα. Πέταγα συχνά στο σπίτι. Σε κάθε τοίχο μια πόρτα. Για να μην εγκλωβίζομαι. Για να μη νιώθω μόνη. Για να απέχω. Όνειρα που αντέχαν. Παιδικότητα που ανέσταινα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!