Τα λιγνά κυπαρίσσια μιλούν με τ' αστέρια,

η θάλασσα πάλι ξάγρυπνη τραγουδεί.

Διαλύει της νυχτιάς τα μαύρα ερέβη,

φλογισμένη απ' το φεγγάρι μόνη παλεύει,

να χαρίσει γαλήνη στη δική μου ψυχή.

 

Κάτω στο λιμάνι τα χρυσά φώτα σβήνουν.

Οι ερωτευμένοι πλημμυρίζουν

ως άλλοι μύστες τής λαγνείας την πόλη

και μεθυστικά τραγουδούν

με συνοδεία από ρυθμικό σείστρο

για εκείνο τον αχαλίνωτο οίστρο

που κυριεύει τη δική τους ζωή.

 

Η μυροβόλος φύση στων Φαιάκων το νησί

αρκαδικές εικόνες απεικονίζει,

το νου με κάλμα και ομορφιά γεμίζει.

Μετατρέπει τη ρουτίνα σε μια ξένη,

που μονάχα το φευγιό της απομένει,

για να γευτεί του έρωτα τη μέθη και τη ζάλη

ως ατέρμων κοχλίας που διαρκώς γυρίζει,

ενώ η καρδιά αγαλλιάζει και πανηγυρίζει.

 

Δεν είναι ούτε η θάλασσα,ούτε ο κόσμος,

που μ' έκανε να αγαπήσω

και να μη θέλω να αφήσω τούτο το νησί.

 

Είναι το ταίρι μου, το ασημένιο αστέρι μου,

το  Montagnola,

οι βραδιές που τα γευτήκαμε όλα,

σαν αειθαλείς έφηβοι ξανά,

όταν ατενίζαμε τα πέλαγα και τις φωτιές στην αμμουδιά,

που ακόμα σιγοκαίουν μαζί με τα χρόνια που νωχελικά παραπαίουν.

_

γράφει η Φωτεινή Πεσματζόγλου


Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!