Muffin Man | τοβιβλίο.net

Select Page

Muffin Man

Muffin Man

Ετών 50 και κάτι. Με την τύχη της μη φαλάκρας και την φράση «καλά στέκεται για την ηλικία του» να τον συνοδεύει σε ψιθύρους και κουτσομπολιά. Βαστά χρόνια παντρεμένος με την συνομήλικη γυναίκα του που γνώρισε κάποτε σε ένα μπαρ. Πηδηχτήκανε αμέσως και στεφανώσανε λίγο μετά τον ερωτά τους. Η Μίνα ήθελε να μείνει στην Αθήνα και να μην γυρίσει στα Ψαρά στους δικούς της και ο Μάνος ήθελε να αποδείξει στους δικούς του πως δεν είναι αλήτης.

Παντρεύτηκαν στα Ψαρά με χορούς και γλέντια και βουτιές στην παραλία κάνοντας έρωτα μέχρι το πρωί με το βρεγμένο νυφικό να στεγνώνει στις συκιές του κυρ Θανάση. Γυρίσανε στην Αθήνα σε 70τ.μ που του έγραψε ο πατέρας του σαν έμαθε τα ευχάριστα. Η Μίνα έπιασε δουλειά σε ένα ραφτάδικο μοδίστρα, το μόνο που είχε μάθει να κάνει και εκείνος έπιασε δουλειά ως μπαρμαν στο μπαρ «Νότες» λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι τους. Γύριζε 4 και 5 ξημερώματα, έβρισκε ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι, το πλάκωνε σαν λύκος πίνοντας πάντα μια παγωμένη μπίρα κι ύστερα έκανε ένα γρήγορο ντουζ και ορμούσε στην κοιμισμένη Μίνα που ποτέ δεν αρνιόταν τις ερωτικές του διαταγές.

Τρία παιδιά κάνανε με την Μίνα. Δυο κορίτσια και ένα αγόρι, το μικρότερο. Αγώνες, ξενύχτια και πολλοί τσακωμοί για τα λεφτά για τους γέρους τους που δεν δίνουνε φράγκο και τα γνωστά. Φτάσανε να πηγαίνουν όλα γυμνάσιο λύκειο πια σε μια σειρά. Κι εκείνοι στα ίδια πόστα. Μοδίστρα η Μίνα, μπαρμαν ο Μάνος. Οι πελάτες τον ήξεραν πια. Ερχόντουσαν συχνά στο μπαρ για να τον ακούσουν να λέει τις θεωρίες του. Είχε άποψη για όλα. Για τους πολέμους, για τους λεχρίτες πολιτικούς, για το διαλυμένο σύστημα υγείας, για την παιδεία που κάνει φυτά τα παιδιά του για όλα. Κάθε βράδυ έπινε όλο και πιο πολύ και κάθε μέρα η Μίνα σήκωνε μόνη το φορτίο της καθημερινότητας.

Όσο κοιμόταν εκείνος, εκείνη ετοίμαζε τα παιδιά, μαγείρευε, έφτιαχνε το σπίτι κι ύστερα πήγαινε στην δουλειά της. Καμιά φορά γύριζε και τον έβρισκε ακόμα στο κρεβάτι. Ύστερα σηκωνόταν με τα χίλια ζόρια, του έφτιαχνε τον απογευματινό του καφέ και εκείνος χανόταν στην εφημερίδα και στην τηλεόραση. Έπειτα έβαζε κάποιο σκισμένο τζιν και ένα στενό μπλουζάκι με στάμπα και ένα κιλό άρωμα και έφευγε. Τα τελευταία χρόνια η Μίνα το ήξερε. Πότε ένα κραγιόν στο γιακά, πότε ένα άρωμα ανυπόφορο, πότε μεγαλύτερα ξενύχτια και μεγαλύτερα μπάνια. Και στο δικό τους κρεβάτι ησυχία. Μα δεν του έλεγε τίποτα. Τρία παιδιά και οι ζωές τους καταδικασμένες να ρολάρουν έτσι μέχρι να μεγαλώσουν.

Φέρανε μια μέρα υπολογιστή στο σπίτι για τα παιδιά. Εργασίες, τραγούδια και διάφορα άλλα. Φώναζε ο Μάνος πως θα τους βγουν τα μάτια σαν τα έβλεπε όλα να τσακώνονται για να παίξουν. Χανόντουσαν με τις ώρες και η Μίνα τον ηρεμούσε. Άστα λίγο να παίξουν. Μόνο έτσι ηρεμούν, του ψιθύριζε και τον τράβαγε στο κρεβάτι τους να ηρεμήσει. 

Ένα βράδυ, από εκείνα που γύριζε λίγο πιο νωρίς, κάθισε σε τούτο το μαραφέτι όπως το έλεγε κι άρχισε να το ψάχνει. Του ‘χαν πει οι κολλητοί για το facebook για όλα κι αποφάσισε να κάνει κι εκείνος έναν λογαριασμό. Με τα πολλά το κατάφερε. Τις επόμενες μέρες έπαιρνε φωτογραφίες τον εαυτό του και τις έβαζε στο προφίλ του. Και λίγες μέρες μετά, άρχισε να βρίσκει «φίλους». Αρχικά έβαζε συγγενείς, πελάτες από το μπαρ. Στην συνέχεια όποιον τον έβρισκε. Με τα πολλά απέκτησε μεγάλο «κοινό». Έμαθε να κάνει Like και Wow κι άρχισε να τρελαίνεται με την κάθε πιτσιρίκα που ανέβαζε φωτογραφίες με τα στήθη της σχεδόν έξω. Η Μίνα τον πήρε χαμπάρι που ξημεροβραδιαζόταν στον υπολογιστή μα ένιωθε καλύτερα που σταμάτησε να ξενοπηδά και δεν έλεγε τίποτα. Τον άφηνε να ξεχνιέται εκεί μέσα πείθοντας τον εαυτό της πως έτσι έχει τον άντρα της κοντά.

Όσο περνούσε ο καιρός ο Μάνος αποκτούσε συνήθειες. Σηκωνόταν πρωί, έκανε δυο τσιγάρα, έπινε τον καφέ του και έβαζε μουσική στο youtube όπως του μάθαν τα παιδιά του. Ύστερα έφτιαχνε ένα κείμενο κατεβατό για όσα τον εκνεύριζαν και το ανέβαζε στον τοίχο του. Από κάτω λαός από «φίλους». Μπράβο Μάνο. Πες τα ρε Μάνο. Αυτός είστε κ. Πέτρου, του γράφανε ακόμα και άγνωστοι. Κι εκείνος φούσκωνε από μια περηφάνια, από εκείνη που δεν κέρδισε ποτέ μικρός και γέμιζε με αλαζονεία και έπαρση τα στήθη του.

Τα βράδια σαν γύριζε μεθυσμένος από το μπαρ, καθόταν στον υπολογιστή και τριγύρναγε από τοίχο σε τοίχο κάθε «φίλης». Αράδιαζε καρδούλες και ουάου σε κάθε λάγνο βλέμμα κι άρχιζε να φτιάχνεται. Είχε μάθει το κόλπο καλά. Πετύχαινε καμιά που πέταγε στεναχωρημένες φράσεις, ατάκες χωρισμού ή λύπης και την έπιανε στα γλυκόλογα. Της πέταγε κλεμμένες φράσεις από το google και το έπαιζε φίλος και προστάτης. Λύγιζαν πολλές από αυτές και κατεβάζαν την θλίψη τους σε ψηφία αξημέρωτα. Κι εκείνος, μόλις πετύχαινε τον σκοπό του, τους το γύριζε στο ερωτικό. Παραδομένες πια σε έναν έρωτα δήθεν ιδανικό, τον συνοδεύανε στα βραδινά του βογγητά.

50 χρονών και κάτι, με γυναίκα και τρία παιδιά και καμιά δεκαριά γκόμενες, ερωμένες. Κάθε μέρα έσερνε το άυπνο κορμί του από δωμάτιο σε δωμάτιο, μέχρι να ξυπνήσει και γινόταν ο πατέρας και ο σύζυγος. Αποτυχημένος και στα δύο μα με στυλ. Το στυλ που δεν αφήνει περιθώρια διαζυγίου και που πείθει πως παλεύει για όλους και όλα. Ο Μάνος ο σπουδαίος μπαρμαν που ως τα γεράματα το μόνο που είχε μάθει ήταν να σερβίρει ποτά όλο το βράδυ, να μεθά και να ξεκαυλώνει τα βράδια ηλεκτρονικά σαν κοιμόταν η οικογένειά του.

Μια μέρα, σαν έφυγε η Μίνα για δουλειά χτύπησε επίμονα το κουδούνι τους. Σηκώθηκε σαν βαμπίρ με κόκκινα μάτια και ένα κορμί διαλυμένο να ανοίξει βρίζοντας, σίγουρος πως η Μίνα ξέχασε τα κλειδιά της. Ανοίγει την πόρτα και αντικρίζει μια γυναίκα ντυμένη με μαύρη κάπα. Δεν πρόλαβε να την ρωτήσει τίποτα. Έβγαλε ένα μαχαίρι και το έμπηξε στο στήθος του τρεις φορές και άλλες τρεις στα γεννητικά του όργανα. Σαν έσταζε αίμα από το στόμα πεσμένος, έσκυψε και του είπε:

«Εμένα δεν με έπεισες ποτέ πως ήσουν κάτι παραπάνω από το τίποτα. Δίκιο είχε ο πατέρας σου!»

Ο Μάνος ξεψύχησε με την φράση της να αιμορραγεί στο μυαλό του. Δεν τον πόνεσε τόσο το τίποτα που ήταν, όσο το ότι ο γέρος του τελικά είχε δίκιο…

 

*Ο τίτλος κειμένου από το συνοδευτικο τραγούδι: Muffin man – Frank Zappa

 

 

(Πηγή φωτογραφίας)

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

2 Σχόλια

  1. Απόστολος Παλιεράκης

    Θαυμάσια δοσμένη ιστορία! Το καταλαβαίνω από τον κόμπο..

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σε ευχαριστώ και πάλι Απόστολε. Κυρίως για αυτόν τον κόμπο…

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος