Select Page

Nόστος

Nόστος

Δεν είχα κοιμηθεί καλά γιατί το πλοίο κουνούσε αρκετά όλο το βράδυ κι έτσι ένας ενοχλητικός πονοκέφαλος, σαν μέγγενη στο πίσω μέρος του κρανίου, με ταλαιπωρούσε όταν βγήκα με το αυτοκίνητο στην αποβάθρα του λιμανιού. Ο ήλιος μόλις που ξεμύτιζε εκείνη την ώρα από τα γκρίζα και άνισα βουνά του νησιού, βάφοντας απαλά τις άγριες κορυφές τους με ρόδινες λοξές πινελιές.

Πάτησα το γκάζι, πέρασα την περίφραξη από την πύλη και τράβηξα ολοταχώς κατά τον περιφερειακό δρόμο· από τη φούρια μου δεν έκανα ούτε στάση για να πάρω καφέ. Τι με είχε πιάσει και βιαζόμουν; Ακόμα χαράματα ήταν και το ραντεβού με τον μεσίτη είχε κανονιστεί για λίγο πριν το μεσημέρι. Ζήτημα ήταν αν θα έκανα δύο ή δυόμισι ώρες το πολύ, μέχρι να φτάσω στο χωριό. Δεν είχα κανένα λόγο να τρέξω, κάτι μέσα μου όμως αναπηδούσε αγχωτικά και έτρεφα την αυταπάτη πως αν επιτάχυνα την πορεία μου, θα το ξεφορτωνόμουν συντομότερα. Περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια είχα να πατήσω το πόδι μου στα μέρη που μεγάλωσα και τα συναισθήματα που με διακατείχαν ήταν ανάμικτα· αδημονία, περιέργεια, μελαγχολία, χαρά και συνάμα μια πλαστή αποστασιοποίηση, στην οποία κατέφευγα κάθε τρεις και λίγο για να μπορέσω να αυτοκυριαρχηθώ.

Το ήξερα, είχα αποξενωθεί παντελώς από τα ίδια μου τα θεμέλια, μα τι να έκανα; Δώδεκα ετών ήμουν όταν ο πατέρας διορίστηκε και εγκαταλείψαμε οριστικά την αγροτική ζωή στο χωριό και την κοινή μας στέγη με τον παππού και τη γιαγιά. Βέβαια τότε, κανείς μας δε γνώριζε πως θα έρχονταν έτσι τα πράγματα· πιστεύαμε πως ανά τακτά διαστήματα θα επισκεπτόμασταν τους κακόμοιρους γέρους, τους το υποσχεθήκαμε άλλωστε, που απόμειναν μόνοι και θα έκαναν αμάν και πως για να μας ανταμώσουν. Λίγους μήνες αργότερα όμως, ο παππούς πέθανε στα καλά καθούμενα κι η γιαγιά μην αντέχοντας τη στεναχώρια, δεν άργησε να τον ακολουθήσει στο μνήμα.

Για αρκετά χρόνια οι γονείς μου δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για επιστροφή, επειδή κάτι τέτοιο έλεγαν, θα έξυνε την πολύ νωπή ακόμα πληγή της απώλειας. Όταν τελικά αποφάνθηκαν πως πλέον ο πόνος τους είχε ωριμάσει και μπορούσαν να ξαναδούν το χωριό δίχως αυτό να τους κοστίσει, εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος να τους συνοδεύσω. Ήμουν πια ενήλικος και οι προτεραιότητές μου ήταν άλλες· είχα ένα σωρό υποχρεώσεις να διεκπεραιώσω κι άλλα τόσα συμφέροντα να ζυγίσω.

Ένα απ’ αυτά τα συμφέροντα με κουβάλησε εξάλλου ως εκεί και τούτη τη μοναδική φορά που αξιώθηκα να πάω. Θα έπρεπε να ντρέπομαι για το κίνητρό μου και να μην το παραδέχομαι τόσο κυνικά, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι κανένας υποκριτής. Επρόκειτο για κείνο το ρημαγμένο παλιόσπιτο του παππού· ναι, εκείνο που γεννήθηκα και έζησα μέχρι τα δώδεκα, το οποίο είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία μου μετά από ρητή δήλωση της μητέρας και ειλικρινά, δε μου χρησίμευε σε τίποτα απολύτως, εκτός απ’ το να πληρώνω διαρκώς φόρους στο κράτος. Είχα απηυδήσει στην κυριολεξία με δαύτο και ήμουν τόσο απελπισμένος, που σκεφτόμουν να σκίσω τα χαρτιά της κυριότητας ενώπιον μαρτύρων, ή να το δωρίσω σε κανένα κοινωφελές ίδρυμα. Ώσπου με πήρε τηλέφωνο κάποιος συγγενής απ’ το νησί και μου είπε πως ένας μεσίτης απ’ την γειτονική κωμόπολη, το είδε λέει μια μέρα τυχαία και το ‘βαλε σκοπό να το πουλήσει σε πελάτη του, που έψαχνε μανιωδώς για ένα παραδοσιακό κτίσμα, σε μη τουριστική περιοχή. «Μάλλον θα ‘ναι τρελός», συλλογίστηκα τρίβοντας τα χέρια μου και δέχτηκα αμέσως να συναντήσω το μεσίτη.

Σταμάτησα σ’ ένα βενζινάδικο για να φουλάρω το ρεζερβουάρ, κατέβηκα απ’ το όχημα και αγνάντεψα για λίγο το τοπίο τριγύρω. Με μια στυφή έκπληξη, διαπίστωσα πως δεν έμοιαζε καν με ό,τι είχα στο νου μου για το συγκεκριμένο σημείο. Αντί για κορδελωτούς χωματόδρομους, απόκρημνες χαράδρες και κατσίκια να ξεπετιούνται ελεύθερα εδώ και κει από τους θάμνους, μια φαρδιά οδική αρτηρία τρυπούσε την οροσειρά οριζόντια, καθώς φορτηγά, αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, την διέσχιζαν μουγκρίζοντας. Παράπλευρα στην άσφαλτο, παρατήρησα κάποια μικρομάγαζα έτοιμου φαγητού, κανά δυο περίπτερα και μια εξοχή που προοριζόταν ως χώρος ανάπαυσης των ταξιδιωτών. «Αυτό θα πει αλλαγή!», μουρμούρισα αποσβολωμένος.

-Που τελειώνει αυτός ο δρόμος αδερφέ; ρώτησα τον υπάλληλο που βαστούσε την αντλία.

-Στη νότια άκρη του νησιού, στη θάλασσα.

-Α μπα; Και πόση ώρα θα κάνω να φτάσω εκεί;

-Μια ώρα κι ένα τέταρτο περίπου.

-Τι μου λες, τόσο γρήγορα;

-Τόσο, ο νεαρός χασμουρήθηκε και βίδωσε την τάπα.

«Για φαντάσου πρόοδος!», μονολόγησα στρίβοντας το κλειδί στη μίζα. «Η μισή απόσταση δηλαδή. Η άλλη μισή που πήγε;»

Μέσω αυτού του σύγχρονου οδικού άξονα λοιπόν, δεν καθυστέρησα καθόλου να οδηγηθώ στα χώματα που ανατράφηκα, με κείνο το λιτό τρόπο που διδάσκει η αγνότητα, τον οποίο εγώ είχα σχεδόν λησμονήσει, βουτηγμένος για τα καλά στον κόσμο του ωφέλιμου και της επιδίωξης. Πήρα τη στροφή πίσω απ’ τον ξερό λόφο που συνήθιζα να σκαρφαλώνω και να απολαμβάνω αργόσχολα τη θέα σαν παιδί και αντίκρισα τη μικρή κοινότητα με τα άσπρα πέτρινα σπίτια, που φεγγοβολούσαν στην πλαγιά λουσμένα από το πρωινό φως, ανάμεσα σε ελαιώνες και καφετιά ογκώδη λιθάρια. Μια αναπάντεχη ανακούφιση με πλημμύρισε· ευτυχώς δεν έδειχνε να έχει αλλάξει τίποτα. Η οικειότητα που ως εκείνη τη στιγμή περιφρονούσα και απέκρουα, φούντωσε στην ψυχή μου με τέτοια σφοδρότητα, που ήταν ικανή να εκμηδενίσει μεμιάς όλα τα χρόνια της απουσίας που μεσολάβησαν.

Στάθμευσα στην είσοδο του οικισμού και άρχισα να περπατάω στα στενά σοκάκια· σε κάθε βήμα ένιωθα να με διατρέχει ένα κύμα φρεσκάδας. Δίχως να το έχω συνειδητοποιήσει απόλυτα, με τύλιγε σιγά σιγά η θαλπωρή ενός πολύτιμου καταφυγίου, που η αλλοτρίωση της ρουτίνας το είχε καταστήσει για μένα άβατο. Διασταυρώθηκα με δυο τρεις γριές που φορούσαν τσεμπέρια· η μια απ’ αυτές είχε καμπούρα και στηριζόταν σε μια βέργα για να βαδίσει. Ίσως να ‘ταν και τίποτα θείες μου, ποιος ξέρει· στο χωριό είναι όλοι συγγενείς, άλλοι κοντινοί, άλλοι πιο μακρινοί. Μπήκα στον πειρασμό να κουβεντιάσω μαζί τους, μα τελικά δίστασα και αρκέστηκα σε μια απλή χαιρετούρα. Παντού επικρατούσε ησυχία· μονάχα τα κρωξίματα των πουλιών στον ουρανό ηχούσαν και μερικά σκόρπια βελάσματα πότε από δω, πότε από κει. Μου δημιουργήθηκε η παράδοξη εντύπωση πως η φύση αφομοίωνε ξανά τον άνθρωπο.

Τρύπωσα στην αυλή του σπιτιού του παππού και κοντοστάθηκα στο κέντρο· ενστικτωδώς κοίταξα ψηλά. Εκεί που κάποτε απλωνόταν σαν σκέπαστρο η κληματαριά, φορτωμένη τσαμπιά με σταφύλια, τώρα υπήρχαν μονάχα τα σιδερένια πλέγματα και τα δοκάρια. Αναστέναξα, έσπρωξα τη μισοσαπισμένη πόρτα και μπήκα στο εσωτερικό. Ευτυχώς δε μύριζε τόσο άσχημα όσο περίμενα. Προχώρησα δειλά· οι παλμοί μου πολλαπλασιάστηκαν απότομα κι ένα ελαφρύ μούδιασμα στα γόνατα με έκανε να τρεκλίσω. Άνοιξα τα παντζούρια και άφησα τον αέρα και το φως να εισβάλλουν στην κάμαρα. Με την πρώτη ματιά που έριξα στο χώρο, γέλια και φωνές απ’ το υπερπέραν αντιλάλησαν στ’ αυτιά μου στιγμιαία. Μόλις όμως αντίκρισα τα αραχνιασμένα έπιπλα και τα κουζινικά που είχαν σκουριάσει στον πάγκο, το στήθος μου σφίχτηκε και ζαλίστηκα. Ήταν όλα τακτοποιημένα όπως τότε και δεν έλειπε τίποτα, μα πλέον οι υποστάσεις αυτών των πραγμάτων είχαν μεταλλαχθεί ανεπανόρθωτα. Δεν ήταν πια τα διαθέσιμα εργαλεία που υπηρετούν την ανθρώπινη βούληση, αλλά τα ίχνη απ’ το εφήμερο πέρασμα της ζωής που δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ ξανά. Ανατρίχιασα και άρχισα να περιεργάζομαι ένα ένα τα αντικείμενα. Σε κάθε επαφή των δαχτύλων ξεπεταγόταν από μέσα μου και μια ανάμνηση, θαρρείς και τα σημεία που άγγιζα, να ενεργοποιούσαν στο μυαλό μου κάποιο μυστικό μηχανισμό παραγωγής εικόνων. Τα πράγματα περικλείουν σημασίες και οι σημασίες διαφέρουν απ’ τον ένα στον άλλο· αυτό που για σένα είναι ένα κομμάτι παρευρισκόμενης ύλης, για μένα μπορεί να είναι μια αδιάψευστη μαρτυρία γι’ αυτό που υπήρξα κάποτε, ή μια αιτία για ό,τι είμαι τώρα.

Σαν υπνωτισμένος που έχει επίγνωση πως ονειρεύεται, δρασκέλισα το κατώφλι απ’ το σκοτεινό κελάρι και άναψα τον αναπτήρα μου για να βλέπω. Περιδιαβαίνοντας πλάι στα άδεια βαρέλια, τις στάμνες, τα ράφια και τους μεταλλικούς γάντζους που αιωρούνταν απ’ το ταβάνι, ένας χείμαρρος από παραστάσεις έρευσε μέσα στην θαμπάδα της αδύναμης φλόγας. Μια παράξενη αίσθηση πληρότητας με κυρίευσε· σα να είχα διασπαστεί τόσο καιρό και ξαφνικά ανάκτησα το χαμένο τμήμα του εαυτού μου. Πήγα πάλι στην κάμαρα και κάθισα ήρεμα στη γωνία του κρεβατιού, που έτριζε και ήταν σπασμένο στη μέση. Για μένα δεν ήταν βρώμικο, ούτε διαλυμένο, αλλά είχε μόλις στρωθεί με καθαρά σεντόνια, στο προσκέφαλο δυο φουσκωτά μαξιλάρια μοσχοβολούσαν μέντα κι εγώ φορούσα κοντό παντελόνι, ενώ δίπλα στα πόδια μου μια πλαστική μπάλα τσουλούσε πέρα δώθε σαν εκκρεμές. Ήμουν βυθισμένος σε μια αλλόκοτη, μα ηδονική έκσταση.

Ένας γαλάζιος διάφανος καπνός, κατέκλυσε νωχελικά το δωμάτιο. Άκουσα ελαφριά και βραδυκίνητα βήματα από πίσω· στράφηκα ταραγμένος. Μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι, στεκόταν ασάλευτη λίγο μπροστά από το άνοιγμα της πόρτας και κοιτούσε στο μέρος μου. Απ’ το σουλούπι της φαινόταν αρκετά ηλικιωμένη.

-Καλώς όρισες παιδί μου, η φωνή της ξόρκισε ευθύς την ταραχή μου και κατάφερα επιτέλους να διακρίνω το όλο ρυτίδες, λιπόσαρκο πρόσωπό της, με τα καλοσυνάτα μάτια και το πλατύ χαμόγελο.

-Καλώς σε βρήκα γιαγιά, αποκρίθηκα συγκινημένος.

-Πολλά χρόνια πάνε που ξενιτεύτηκες, είπε με πικρία.

-Το ξέρω, μα τώρα είμαι εδώ, γύρισα.

-Πάντα να γυρνάς παιδί μου, από τούτη τη γη είσαι φτιαγμένος, μην το ξεχνάς αυτό.

Αυθόρμητα κοίταξα τις παλάμες μου· ήταν καλυμμένες από ένα υγρό χώμα, που η μυρωδιά του με γέμιζε δέος και ευφροσύνη.

-Η αλήθεια είναι πως ξεχάστηκα για λίγο και κόντεψα να χαθώ, αλλά θυμήθηκα πια γιαγιά κι αυτό έχει σημασία.

Ένευσε με το χέρι της σα να με ευλογούσε.

-Την ευχή μου να ‘χεις.

-Σ’ ευχαριστώ γιαγιά.

Τα φρύδια της ζάρωσαν.

-Σάμπως να αδυνάτησες. Να σου μαγειρέψω κάτι να φας;

-Όχι γιαγιά, δεν πεινάω.

-Εγώ θα σου βράσω μακαρόνια κι ας μην τα φας, δήλωσε αόριστα και εξαφανίστηκε στο βάθος.

Δεν πήρα είδηση πόση ώρα κύλησε που βρισκόμουν σ’ αυτή την ενορατική δίνη, μα σίγουρα έσβησαν όλα με τον ήχο εκείνου του ξερού βηξίματος. Ένας παχουλός άνδρας με μουστάκι με ατένιζε ανυπόμονα απ’ το παράθυρο κι αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε γαλάζιος καπνός, ούτε και τίποτα άλλο αφύσικο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πέρα για πέρα αληθινός κι εγώ είχα επανέλθει στην πραγματικότητα.

-Είστε ο κύριος που επιθυμεί να πουλήσει αυτό το οίκημα; ρώτησε ανέκφραστος όταν βεβαιώθηκε πως τον αντιλήφθηκα και πέρασε μέσα.

-Ναι… Εγώ είμαι… σάστισα δίχως να ξέρω γιατί.

-Μιλήσαμε προχθές στο τηλέφωνο, είμαι ο μεσίτης.

-Ασφαλώς, τον πλησίασα χαϊδεύοντας το σαγόνι μου προβληματισμένος.

-Λοιπόν, για να μη χασομεράμε, σας έχω πολύ ευχάριστα νέα. Ο πελάτης μου προτίθεται να σας δώσει μια πολύ καλή τιμή, υπερβολική θα την χαρακτήριζα, για το συγκεκριμένο ακίνητο. Προτού σας ανακοινώσω το ποσό, να διευκρινίσω προς αποφυγή παρεξηγήσεων, πως η προμήθεια του γραφείου μας ανέρχεται…

-Μισό λεπτό κύριε, τον διέκοψα κάπως απότομα. Έκανα δυο τρεις βόλτες πάνω κάτω, ενώ εκείνος με παρακολουθούσε σιωπηλός και αμήχανος. Ξέρετε, είπα τελικά, συνέβη κάτι σημαντικό στο μεταξύ, που ανέτρεψε τα δεδομένα. Αποφάσισα να μην πουλήσω, του έριξα ένα μοχθηρό βλέμμα.

-Πώς; Τα μάτια του γούρλωσαν.

-Ναι, έτσι ακριβώς. Λυπάμαι που σας έφερα ως εδώ άδικα.

-Μα δεν ακούσατε καν την προσφορά, σκούπισε το μέτωπό του με τη χούφτα.

-Μου είναι αδιάφορη.

-Εγώ όμως έχω εκτεθεί στον πελάτη μου.

-Κι αυτό με αφήνει εξίσου αδιάφορο, άρχισα να εκνευρίζομαι.

-Ελάτε τώρα, τι θα το κάνετε αυτό το ερείπιο;

-Να μη σε νοιάζει, ξεφώνισα κοφτά.

-Ε όχι κύριε, δεν μπορείτε να παίζετε έτσι με τους άλλους.

-Σου ζητώ συγγνώμη για την ταλαιπωρία, αλλά ως εκεί· δεν πουλάω!

-Είναι η τελευταία σας κουβέντα;

-Ναι.

Απομακρύνθηκε μερικά μέτρα κι έπειτα σταμάτησε:

-Να έχετε υπόψη σας πως η επιπολαιότητα κοστίζει. Αν μετανιώσετε αύριο θα είναι αργά· δεν πρόκειται να σας βοηθήσω, όποια κι αν είναι η αμοιβή που τυχόν θα θελήσετε να μου προτείνετε. Είναι ζήτημα αρχής.

-Άντε στα τσακίδια που θα με απειλήσεις κιόλας, ξέσπασα και κατευθύνθηκα στη μεριά του με σφιγμένη τη μια γροθιά. Αυτή μου η κίνηση ήταν αρκετή για να τρέψει τον πλαδαρό άνδρα σε άτακτη φυγή.

Γιατί δεν πούλησα λοιπόν; αναρωτιόμουν καθώς ανηφόριζα κατά το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Τι τα ‘θελα και τα κρατούσα πια αυτά τα ετοιμόρροπα ντουβάρια και τις παλιατζούρες, που ίσως να μην ξανάβλεπα ποτέ; Ήθελα τάχα να γνωρίζω πως απλά υπάρχουν και είναι στην κατοχή μου; Όχι. Το να δένεσαι με τα υλικά που έντυσαν τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής σου, είναι μια άσκοπη ειδωλολατρία. Στην πραγματικότητα δε μ’ ένοιαζε αν θα έχανα αυτή την ιδιοκτησία ή όχι. Η αντίδρασή μου ήταν μια εξέγερση ενάντια στη βεβήλωση των παιδικών μου χρόνων, της μοναδικής πατρίδας που αναγνωρίζω. Μπήκα στο αυτοκίνητο, έβαλα μπρος και κοίταξα το ρολόι μου. Ήμουν έτοιμος να βουτήξω ξανά στον κόσμο του πάρε δώσε και των υπολογισμών.     

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ "ΑΚΜΗ". Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη " Tabula Rasa". Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!