Select Page

*Plié

*Plié

Plié. Και ένα και δύο. Plié. Ξανά. Και ένα και δύο. Και πάλι plié. Σε κάθε της λύγισμα μάκραινε θαρρείς και το χαμόγελό της. Ο καθρέπτης ανταπέδιδε. Με ένα και δύο χαμόγελα. Με τρία και τέσσερα και πέντε.

Τον λάτρευε εκείνον τον καθρέφτη. Χωρούσε ολόκληρη η κορμοστασιά της εκεί. Έλαμπε μέσα του το χαμόγελό της. Ήταν ο καλύτερός της φίλος. Το ταξίδι, η φαντασία της, το όνειρό της. Τότε και για πάντα.

«Και ένα και δύο καλή μου… πολύ ωραία!», άκουγε τον καθρέφτη να της λέει. «Πάμε πάλι. Plié… plié… άλλο ένα και δύο… και τρία. Και πάμε τώρα … demi- plié** και τρία και τέσσερα. Ξανά. Ξανά. Συνέχισε τα πας περίφημα. Άλλο ένα και δύο και τρία και τέσσερα και πέντε. Μπράβο σου. Και τώρα άλμα. Με το ένα με το δύο και πάμε! Και grand plié***. Εξαιρετικά! Μπράβο σου καλή μου μπράβο σου!!!».

Κάθε φορά, που χόρευε μπροστά στον καθρέφτη ένιωθε κυριολεκτικά πως πετούσε. Είτε πλάθοντας με τη φαντασία της τη χορογραφία, είτε τη στιγμή που έκανε τις ασκήσεις ξανά και ξανά δίχως να έχει κάνει ούτε ένα μάθημα μπαλέτου.

«Τι μπαλέτα και αηδίες, πουτάνα θεατρίνα θες να γίνεις; Θα σε τσακίσουμε στο ξύλο αν τολμήσεις να το ξαναπείς».

Δεν το ξανάπε. Δεν ξαναείπε τίποτε άλλο από τότε. Ούτε για μπαλέτο, ούτε για όνειρα. Ούτε για συναισθήματα, ούτε για επιθυμίες. Δεν τόλμησε ξανά να εκφράσει, να διαμαρτυρηθεί, να ρωτήσει. Το χέρι τους έπεφτε σαν αστραπή στο μάγουλό της ακόμα και τη στιγμή, που ο βουβός της πόνος ξεσπούσε σε δάκρυα, που αδυνατούσε να συγκρατήσει.

Με τον καιρό εκπαίδευσε τον εαυτό της. Όχι να χορεύει πια. Πέρασε ένα χαλινάρι στην καρδιά και το έσφιγγε μόνη της κάθε φορά που ένιωθε να λυγίζει. Έπαψε να τους μιλάει, έπαψε να κλαίει. Έπαψε να σκέφτεται. Οι σκέψεις της, την πονούσαν αφόρητα και έστεκαν εμπόδιο στην επιβίωσή της.

Έπρεπε να επιβιώσει πάση θυσία. Παρά τα λόγια, τις βρισιές και τις φωνές τους. Παρά τα χαστούκια τους, που γρήγορα έγιναν γροθιές και κλωτσιές. Παρά τη μαύρη δερμάτινη ζωστήρα, που είχε ματώσει από την άχρωμη σάρκα της.

«Μωρή πουτάνα, πάλι χαζεύεις στον καθρέφτη; Ξεκωλιάρα, πόρνη, βρήκες ευκαιρία τώρα, που πέθανε ο πατέρας σου. Σε γελάσανε μωρή αν νομίζεις πως από μένα θα γλιτώσεις έτσι εύκολα».

Πουτάνα, πόρνη, μωρή και κάθε είδους βρισιά. Ποτέ με το όνομά της.

Γύρισε και κοίταξε το σχεδόν αποστεωμένο σαρκίο της μάνας της, καθώς προσπαθούσε να μετακινήσει το αναπηρικό καρότσι της και να σταθεί δίπλα στον καθρέφτη. Στον καθρέφτη, που μπροστά του η μάνα της ντύθηκε νύφη και πήρε τον πιο όμορφο της γειτονιάς. Στον καθρέφτη, που ο ομορφότερος της γειτονιάς είχε σπάσει όλα τα γυαλικά της προίκας της μάνας της. Στον καθρέφτη, που είχε σπάσει το κεφάλι της μάνας της πέντε, έξι φορές και το δικό της αμέτρητες. Στον ίδιο καθρέφτη, που λεχώνα ακόμα η μάνα της δεν του κάθισε κι εκείνος την άρπαξε μωρό ασαράντιστο από την αγκαλιά της και την πέταξε με δύναμη πάνω του, σμπαραλιάζοντάς τον κι εκείνην μαζί.

Δεν τα θυμόταν εκείνη φυσικά όλα αυτά. Κατά καιρούς, της τα διηγιόνταν οι βασανιστές της. Με τον απαραίτητο στόμφο και την αντίστοιχη δόση περηφάνιας. Όχι δεν της διάβασαν ποτέ παραμύθια. «Αυτά είναι για ονειροπαρμένους, αυτό μας έλειπε να πάρουν τα μυαλά σου κι άλλον αέρα». Και στο βυζί της μάνας της λίγο κάθισε. Λες και το΄ξερε και δεν πλησίαζε να θηλάσει τη χολή. Και γι αυτό φυσικά όπως και για κάθε τι, που δεν άρεσε στους βασανιστές της - πώς να τους πει γονείς, ξύλο…ξύλο…ξύλο. Αυτό θυμόταν.

«Plié… plié… demi plié”… grand plié, άρχισε να επαναλαμβάνει σχεδόν με μανία κοιτάζοντας τη γριά μάνα της να προσπαθεί να κουνήσει το αναπηρικό καρότσι προς τα πάνω της.

«Τι είπες μωρή; Μίλησες παλιοσκατιάρα μουγγή; Χα χα χα χα το ζαβό μιλάει τελικά. Που είσαι βρε μακαρίτη άντρα να καμαρώσεις το σακάτικο; Χα χα χα χα. Tι ακαταλαβίστικα είναι αυτά που τσαμπουνάς, ρε καθυστερημένο»

Στάθηκε μπροστά στη μάνα της με τα πόδια και τα πέλματά της κλειστά και με τα χέρια της σε πρώτη και δεύτερη θέση****. Ύστερα έφερε τα χέρια της ανοικτά, όπως στην πέμπτη θέση***** γύρω απ΄το κεφάλι της μάνας της και άρχισε να στενεύει το άνοιγμά τους μέχρι, που τα δάκτυλά της άρχισαν να σφίγγουν με λύσσα το λαιμό της μάνας της.

«Αχ καλή μου μητερούλα, γέρασες και δεν ακούς τίποτα πια. Είπα plié… plié… demi plié… grand plié. Grand …grand plié».




* Plié Σημαίνει «λύγισμα». Είναι ένα λύγισμα τον γονάτων, που εκτελείται με τα πέλματα σε θέση turn out. Είναι συνήθως η πρώτη άσκηση που γίνεται σε ένα μάθημα μπαλέτου. Το pliè αποτελεί το ξεκίνημα και την ολοκλήρωση κάθε άλματος. Είναι μία από τις σημαντικότερες κινήσεις στο μπαλέτο.

** Το demi-plié (μισώ λύγισμα) είναι ένα ρηχό λύγισμα, που γίνεται όσο βαθιά θέλει ο χορευτής. Οι φτέρνες σηκώνονται από το πάτωμα σε όλες τις θέσεις εκτός από την 2η (Δεύτερη θέση (Second Position): Πέλματα: από πρώτη θέση, το ένα πόδι ανοίγει στο πλάι, έτσι ώστε τα πέλματα να βρίσκονται σε απόσταση είκοσι εκατοστών (τα πέλματα είναι ανοιχτά προς τα έξω). Χέρια: ανοιχτά στο πλάι, σχηματίζοντας μία ελαφριά καμπύλη just ακριβώς κάτω από το ύψος των ώμων.

*** Το grand plié (μεγάλο λύγισμα) είναι ένα βαθύ κάθισμα, έτσι ώστε οι μηροί να βρίσκονται οριζόντια στο πάτωμα, που γίνεται όσο βαθιά θέλει ο χορευτής. Οι φτέρνες σηκώνονται από το πάτωμα σε όλες τις θέσεις εκτός από την 2η.

****Πρώτη και δεύτερη θέση (για τα χέρια της ηρωίδας στην ιστορία)

Πρώτη θέση (First Position)

Χέρια: σχηματίζουν μία καμπύλη μπροστά από το σώμα, που φτάνει μέχρι την μέση.

Δεύτερη θέση (Second Position)

Χέρια: ανοιχτά στο πλάι, σχηματίζοντας μία ελαφριά καμπύλη ακριβώς κάτω από το ύψος των ώμων.

*****Πέμπτη θέση (Fifth Position)

Χέρια: και τα δύο χέρια είναι υψωμένα πάνω από το κεφάλι σχηματίζοντας «κορνίζα» γύρω από το πρόσωπο.

Η θέση των χεριών είναι πρωταρχικής σημασίας στο μπαλέτο. Με τα χέρια δε δίνουμε μόνο χάρη στην κίνηση, αλλά κρατάμε επίσης την ισορροπία μας, στηριζόμαστε και παίρνουμε φόρα.

_

γράφει ηΆννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος