Τον είδα πρώτη φορά ένα βράδυ,
Δεν είχε κέρατα, ούτε ουρά.
Εγώ δεν υπογράφω συμβόλαια
του είπα τελικά,
Δεν κάνω συμφωνίες με διαβόλους.
Δεν ήρθα για συμφωνία.
Ήρθα να σου δείξω
ότι την έχεις ήδη κάνει.
Κάθε φορά που είπες δεν έχει σημασία,
κάθε φορά που είπες δεν πειράζει,
κάθε φορά που γέλασες, χωρίς να κάνεις κάτι.
Έμεινα να τον κοιτάζω.
Δεν είχα τίποτα να πω.
Πώς μιλάς σε κάποιον
που είναι το είδωλό σου στον καθρέφτη.
Με φοβάσαι, αλλά με ταΐζεις.
Με καταριέσαι, αλλά με κρατάς.
Δεν αντέχεις τη σκιά μου,
αλλά τη φοράς κάθε μέρα σαν παλτό.
Η αδιαφορία σου είναι πιο πιστή από τον έρωτα.
Πιο υπομονετική από την ελπίδα.
Πιο ανθεκτική από τον φόβο.
Δεν άντεξα άλλο.
Σηκώθηκα όρθιος,
τον έδειξα με το δάχτυλο.
Φύγε, φώναξα.
Σηκώθηκε κι αυτός.
Ίδιο ύψος, ίδια μάτια,
ίδιο πρόσωπο.
Κατ΄ εικόνα και ομοίωση.
Κοίταξέ με καλά.
Τον κοίταξα.
Κι ένιωσα το δωμάτιο να μικραίνει,
τους τοίχους να κλείνουν,
Κοίταξα πάλι τον καθρέφτη.
Η αλήθεια πάντα έστεκε μπροστά μου.
Και μετά,
το δωμάτιο ήταν άδειο.
Εκτός από μένα.
Εκτός από αυτό που ήξερα πια
και δεν μπορούσα να ξεχάσω.
Το ήξερα όπως ξέρει κάποιος
πως το σχοινί που κρέμεται μπροστά του,
δεν είναι για να σκαρφαλώσει.
Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο έτσι,
το ελάφι αθώο, θα κατασπαραχτεί,
το λιοντάρι πρέπει να τραφεί.
Και εμείς:
Κατ΄εικόνα και ομοίωση δημιουργοί.
Ελεύθεροι για κάθε καλό ή κακό.
Ουκ έσται άνθρωπος ος ουχ αμαρτήσεται.
Για κάθε έγκλημα, ένοχος εγώ.
Δεν ήταν ποτέ για τον Διάβολο.
Ήταν το κενό που του έφτιαξα,
η θέση που του κράτησα ζεστή
με κάθε μου σιωπή,
με κάθε φόβο που έβαλα να κοιμηθεί δίπλα μου
και τον ξύπνησα πρωί-πρωί
να μου πει πως όλα είναι εντάξει.
Ήταν η γωνία μέσα μου
που περίμενε πάντα
κάποιον να την κατοικήσει.
Δεν έρχεται η κόλαση.
Τη χτίζουμε.
Τούβλο-τούβλο,
μέχρι που γίνεται σπίτι μας.
_
γράφει o Gerecos








0 Σχόλια