Αγαπημένε μου Leo,

στο δωμάτιο απόψε σκιές. Φιγούρες αισθησιακές σε ήχους γνώριμους. Μια λίστα επιλεγμένη στο replay. Μουσική που αγγίζει την ηδονή. Είναι οι στίχοι της που ερωτοτροπούν. Ερωτικά και μελαγχολικά μαζί. Ακολουθούσε η πένα τους ήχους σου. Μπερδευόταν στους δικούς σου στίχους με δικούς της. Μαζί φτιάχναμε λέει ποιήματα και ιστορίες από εκείνες  τις ωραίες. Ξορκίζαμε τα κρύα βράδια και τις άδειες αγκαλιές. Απαγγέλαμε δειλά τα ολόφρεσκα. Σαν ψάρια που ακόμα σπαρταρούσαν στα δίχτυα της δημιουργικότητας.

Θυμάμαι να σου ανοίγω την πόρτα. Με τιμές και χαλιά στρωμένα. Θυμάμαι να μου λες πως δεν τα θες όλα αυτά και να κάθεσαι στο κρύο πάτωμα. Ακουμπούσες την πλάτη στην άκρη του κρεβατιού μου και μου έκανες νόημα με το χέρι να κάτσω δίπλα σου. Έπαιρνα τα χαρτιά μου και ερχόμουν. Σου έλεγα μίλα μου… και εσύ άρχιζες με μια βαθιά φωνή να χαράζεις στην ψυχή μου διαδρομές. Μας συνόδευε πάντα ένα κρασί. Πάντα σου ταίριαζε ένα ποτήρι κρασί. Εκλεκτό σαν κι εσένα.

Μου ψιθύριζες συχνά.. κάτι καινούριο ή κάτι παλιό λες και ήξερες ποιο ταξίδι θέλω απόψε να κάνω και ταξιδεύαμε στο παντού και στο πάντα γιατί εκεί χωράγανε τούτες οι σκάρτες λέξεις. Κι ύστερα, μας έπαιρνε το ξημέρωμα μεθυσμένους και φωτεινούς… φωτεινούς και μεθυσμένους, ναι…

Light as the breeze…

 

Διάλεγες τους πιο δύσκολους λαβύρινθους και με πέταγες εκεί μέσα. Δεν κατάλαβα ποτέ ποιος ήταν ο Θησέας, ποια η Αριάδνη, ποιος ο Μίτος και ποιος ο Μινώταυρος. Ίσως να αλλάζαμε μεταξύ μας όλους αυτούς τους ρόλους δημιουργώντας κάτι καινούριο που έμοιαζε τόσο με παλιό.

Ο καλός ο κόσμος φεύγει κι αυτό με στεναχωρεί αγαπημένε μου Leo. Πάτε όλοι εσείς εκεί ψηλά στον ουρανό, φεύγετε σαν ταξιδιάρικα πουλιά,  σα να κραυγάζετε κι εσείς για την κατάντια μας. Σα να φωνάζετε πως αυτός ο κόσμος έτσι όπως έγινε … δε σας χωρά… Και τι δε θα έδινα να ήσασταν αποδημητικά...

 

Αντίο λοιπόν... με χίλια βαθιά φιλιά…

 

Μ.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!