Πεζογραφία
Μην φοβάσαι το είδωλό σου στον καθρέφτη

«Γιατρέ μου, αρχικά τα συμπτώματα είναι, ότι με λούζει ένα σκοτεινό, λευκό, κενό βλέμμα, που με αυτό καρφώνω τους θεατές στην πλατεία και στα θεωρεία του θεάτρου.
Πιστεύω πως τραγουδάω, όμως φωνή δεν βγαίνει από μέσα μου· η φωνή μου ποτέ δεν θα επιστρέψει, τουλάχιστον όπως γάργαρη ήταν στην αρχή της καριέρας μου. Το φάντασμα της όπερας με συνοδεύει πάντα, Γιατρέ.»
«Όταν, Γιατρέ, κλειδώνομαι, πίσω, στη ζεστή μου γκαρσονιέρα, με αναμμένο το καλόγουστο αμπαζούρ, κοιτάζω και εξετάζω το νεανικό σώμα μου στον στριφογυριστό, λοξό καθρέφτη, στον με ώχρα βαμμένο τοίχο, του φοιτητικού μου δυαριού.
Κατόπιν μπαίνω στο λουτρό και εξετάζω το σώμα μου, μέσα στη μπανιέρα, με το ζεστό τρεχούμενο νερό. Ο καθρέφτης ποτέ δεν κάνει λάθος· όπως και το ρολόι και άργησα στην πρώτη πρωινή πανεπιστημιακή διάλεξη.»
«Αναμνήσεις, Γιατρέ. Θα σου τα πω καμιά φορά.»
«Με παίρνει το ξημέρωμα, για να τελειώσω την διπλωματική μου εργασία. Κατόπιν, καθαρίζω μόνη μου όλο το δυάρι. Είναι μια συνήθεια κι αυτό, μη νομίζεις. Όλα μια ιδέα είναι. Μήπως και ο καθρέφτης θα δείξει διαφορετικά την αντανάκλαση της αλήθειας, χάρις στην καθαριότητα που ευωδιάζει, μαζί με τα λευκά αρωματικά κεριά;»
«Και όμως: η δουλειά είναι φάρμακο. Ο καθρέφτης με κοιτάζει, τον κοιτάζω και εγώ. Διάφανος καθρέφτης. Αντανακλά πλέον την αλήθεια ότι είμαι πια γυναίκα.»
«Θα σου πω. Για να είμαι ειλικρινής, σαν τον καθρέφτη. Είναι το λιγοστό αίμα που έτρεξε χθες χάρις στον εραστή μου. Η ματαίωση δικαιολογημένη. Τα υγρά όνειρα και σώματα.»
«Αν μιλούσαμε…όχι τώρα. Αλλά από παλιά. Ίσως θα ήταν διαφορετικά.»
«Προσπάθησα να τον ικανοποιήσω, προσπάθησα να τον ξεγελάσω, φορώντας τα ροζ ψηλοτάκουνα μου παπούτσια.»
«Ύστερα, τυλιγμένη στο ζεστό μου μπουρνούζι, κάθομαι στο γραφείο μου, σαν καλή πρωτοετής φοιτήτρια της νομικής και παίρνω ένα κομμάτι λευκό χαρτί και γράφω: ««ένα διάλειμμα από τη μελέτη, Γιατρέ, για να ξεδιπλώσω τη σκέψη μου, να κάνω τον απολογισμό μου μπροστά στον καθρέφτη».
«Και συνεχίζω στην λευκή κόλλα:
«Τι θα ‘λεγες μετά από όλα αυτά αγαπημένε μου σύντροφε και εραστή; Εξακολουθείς να επιθυμείς την φοιτητική πιάτσα, όπου έβγαινες δυο φορές τη μέρα ανενόχλητος με το σακάκι σου και εκείνη τη γελοία γραβάτα;
Μετά από όλα αυτά πιστεύεις πως αν σε πετύχαινα στο ίδιο πεζοδρόμιο θα σου έδινα το χέρι και θα με ασπαζόσουν σταυρωτά; Όχι καλέ μου φίλε. Ποτέ δεν θα ‘ναι πια το ίδιο. Ίσως κάποιες συνήθειες να μείνουν. Αλλά ποτέ πια δεν θα ‘ναι το ίδιο.»»
«Ίσως κάποιες συνήθειες θα μείνουν. Και πάντα οι ερωτικές σκηνές θα μένουν ατελείωτες, σαν μια αγέλη λύκων αιμοβόρων, σαν μισές λέξεις. Τι θα ‘λεγες λοιπόν, για όλα αυτά αγαπημένε μου συνάδελφε, και εραστή μέσα σε μια ευνομούμενη πολιτεία;»»
«Ευκαιρία να ντυθώ λοιπόν. Κλείνω την πόρτα πίσω μου, την κλειδώνω καλά, τρεις φορές, και κάνω προσκλητήριο. Τα έρημα δρομάκια, μετά, τα έρημα σοκάκια της πόλης μου. Βράδυ Σαββάτου είναι.
Να, εδώ δίπλα, στη γειτονιά την αγαπημένη, βρίσκεται η σκοτεινή αίθουσα. Δείχνω το εισιτήριο, που εκτύπωσα από τον υπολογιστή μου. Μπαίνω στον κινηματογράφο. Βυθίζομαι στη μεγάλη οθόνη και χαλαρώνω και το απολαμβάνω. Είναι οι μόνες ώρες πια που αισθάνομαι ελεύθερη, που νοιώθω άνθρωπος, Γιατρέ μου.»
«Πόσοι άνθρωποι άραγε όντως έχουν σοβαρά προβλήματα και όμως λένε δόξα τω Θεώ, Γιατρέ…»
«Το έχω γράψει στον καθρέφτη μου, σαν σύνθημα να μου θυμίζει τις αποτυχίες μου…, και τις επιτυχίες μου, στα μαθήματα που περνάω ένα προς ένα, με χαμηλούς ή μέτριους βαθμούς.»
«Επιστρέφω σπίτι. Στον δρόμο η παπαδιά και ο παπάς, πιασμένοι χέρι-χέρι. Τόσα χρόνια αγάπη….άγνωστες λέξεις για εμάς, φαίνεται, μέχρι στιγμής. Κάποιος εργάζεται:
«Συνεχίζω το γράψιμο πάνω στην λευκή κόλλα:
««Τι θα ‘λεγες μετά από όλα αυτά τα μέτρα αγαπημένε μου σύντροφε και εραστή; Μετά από όλα αυτά πιστεύεις πως αν σε πετύχαινα στο ίδιο πεζοδρόμιο θα σου έδινα το χέρι και θα με ασπαζόσουν σταυρωτά; Όχι καλέ μου φίλε.»»
«Πάω στην αποθήκη δεμάτων του πρακτορείου. Παραλαμβάνω το δέμα από την πατρίδα μου, από τη μαμά μου, το ανοίγω, έχει και τα κόλλυβα της μακαρίτισσας θείας μου, της Αμέρσας.»
«Τι θα ‘λεγες επίσης για την εξόδιο ακολουθία όπου μας επετράπη μόνο οι στενοί συγγενείς, μια φούχτα άτομα να παρευρεθούμε και να φιλήσουμε το κεφαλάκι της νεκρής μας Αμέρσας; Έχω μονάχα να σου πω πως όλον αυτόν τον τελευταίο καιρό με τριγυρίζουν υγρά όνειρα, τα πρωινά που ξυπνάω.»
«Και γυρνώντας στο διαμέρισμα, Γιατρέ, κλείνοντας πίσω τη βαριά μου πόρτα που δεν έχει κλειδαριά ασφαλείας, ακούω τον Πέτρο που παίζει ντραμς στη διαπασών. Κάποιος μπερδεύει συνεχώς τα κλειδιά της εξώθυρας της οικοδομής.
Μα γιατί να γίνεται αυτό συνέχεια; Όνομα δεν μπορούν να βάλουν στα κουδούνια;
Για αυτό και ακούγονται θόρυβοι και φωνές, τρίζουν οι κλειδαριές και ραγίζουν οι καθρέφτες, από τα ανομολόγητα που φαίνονται στα μάτια μου, σαν αλήθεια. Πέντε λεπτά ακόμη και ακούω τα βήματα. Σκιές τρυπώνουν από τις χαραμάδες. Μάταιος κόπος. Γλιστρούν εύκολα και αθόρυβα.
Δώδεκα παρά πέντε δείχνουν οι αλάθητοι και αμείλικτοι δείκτες του ρολογιού. Κρατώ την αναπνοή μου. Σε θέατρο του παραλόγου, ο θόρυβος υπαρκτών σκιών. Όχι, δεν είναι φαντασία μου: την παράσταση έστησε ο ίδιος ο Πέτρος, για μένα, μόνο για εμένα. Μέχρι να ισιώσει ο λοξός καθρέφτης. Μέχρι να ξαναγίνω γυναίκα που μπορεί να δείξει το είδωλό μου ο καθρέφτης.
Κάθομαι στο γραφείο. Σκίζω τις προηγούμενες επιστολές. Αφαιρώ τα τα ρούχα μου και ο καθρέφτης είναι μάρτυράς μου. Έχω όλη τη ζωή μπροστά μου. Κοινή λογική θέλει. Είναι και ευθύνη · τι άλλο Γιατρέ μου;
Και πάλι από την αρχή, το κασετόφωνο τραγουδάει την ίδια κασέτα τρεις και τέσσερις φορές, οι τοίχοι τρίζουν, τους βλέπω στα υγρά μου όνειρα, τα ακούω από πάνω και από την άρρωστη δίπλα. Οι μουσικές στοιχειώνουν τις ψυχές που έχουν πετάξει. Μια υποψία ουράνιας μελωδίας.
««Τι θα ‘λεγες για όλα αυτά αγαπημένε μου συνάδελφε, σε μια ευνομούμενη πολιτεία;»»
«Πέφτω αποκαμωμένη στον κόκκινο καναπέ χωρίς να περιμένω την απάντησή σου. Σε λίγο θα έρθει ο γλυκός Μορφέας, να μου διπλώσει τα βλέφαρα και να με παραδώσει στα αληθινά όνειρα. Παραδίδω πνεύμα. Σε λίγο θα παραδώσω και σώμα. Στον Πέτρο. Αποκόλληση στα σώματα. Μας παίρνει ο ύπνος. Ο καθρέφτης μαρτυρά τα πάντα!»
Η ιστοσελίδα τοβιβλίο.net είναι δωρεάν για όλους. Αν σας αρέσει, μπορείτε να τη στηρίξετε.
ΔωρεάΠερισσότερα από: Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου
ΌλαΠεζογραφία
Όλα τα πεζάΓράφετε ποίηση ή πεζογραφία;
Στείλτε μας το κείμενό σας για δημοσίευση στο τοβιβλίο.net.