Τους άκουγε όλη νύχτα
Άλλοτε να ερωτεύονται και άλλοτε
εκείνη να σπάει σε ό,τι πολυτιμότερο είχε
Τότε ήταν που τα δάκρυά της χτυπούσαν με κρότο το ταβάνι
όπως πέφτουν δεκάδες τα παιδιά από τα πολυβόλα
ή όπως εκείνα τα πουλιά κλείσανε τις φτερούγες τους
και παραδόθηκαν στη γης
Εκείνος στην πτώση της πάντα σιωπηλός
-έτσι τον είχε δασκαλέψει η μητέρα;
Έτρεχε η σκέψη του σε εκείνη τη τσιγγάνα
Ό,τι αγαπάς θα γίνεται θάνατος
Προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον χρησμό
Το καναρίνι είχε γείρει ξάφνου το κεφάλι στο πεθαμένο δειλινό
Το αγάπαγε εκείνο το καναρίνι;
Και η γάτα που χάιδεψε…
πώς εκείνη μεταλλάχτηκε σε επιτύμβια στήλη;
Υπήρχαν και οι στιγμές που ο κάθε θόρυβος ησύχαζε
Εκείνη θα δεχόταν τις θωπείες του ανέμου
ανάκατες με το σκοτάδι και κάποιες μνήμες
κι εκείνος θα έκλαιγε στα πόδια της
-αθόρυβα
Εκείνη προσπαθούσε να εννοήσει αν υπήρξαν στιγμές που την είχε αγαπήσει
Εκείνος προσπαθούσε να πεισθεί πως δεν την αγάπησε ποτέ
Ο γδούπος ακούστηκε τα χαράματα
Ήταν το σκοτάδι που έπεσε ή τα κορμιά που
βρήκαν τη θέση τους;
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια