Στο βούρκο και στην κόλαση
βυθίστηκε η αγάπη.
Με μια ριπή εκκωφαντική
σφηνώθηκε στα βάθη.
Καμιά του κόσμου προσταγή
δεν μπόρεσε να σώσει,
τον πόνο που στα έγκατα
μας έχει πια βαλτώσει.
Σ’ ερημικό τοπίο στέκονται
πουλιά και τον κυκλώνουν.
Στα βάθη και τα τάρταρα
με ορμή τονε καρφώνουν.
Με την οξεία τους ματιά
που όριο δεν έχει,
μπροστά του κοντοστέκονται
και ο χρόνος πάντα τρέχει.
Κι εκεί που κάθονται βουβές
του κόσμου οι προσδοκίες,
του άλλου κόσμου οι χωρικοί
έχτισαν δυο καλύβες.
Στη μια τον πόνο έριξαν
τον τόπο να φυλάει.
Στην άλλη, η αγάπη φώλιασε
στην ξύλινή της άκρη.
Κι έτσι που αρχίσαν το χορό
μπροστά από τις καλύβες,
τα δέντρα και τα κούτσουρα
σύρθηκαν απ’ τις τρύπες.
Τις τρύπες όπου φώλιαζαν
χρόνους κι αιώνες μύριους,
για νά βρουν λίγη συντροφιά
απ’ του χορού τους ήχους.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια