Ένα γελαστό σημάδι‧
έδινε ζωή στο πρόσωπό του.
Έμοιαζε κάτι ξένο,
και τα ζώα το μισούσαν.
Ήταν τόσο αλλόκοτο,
και ακατάδεκτο στο βλέμμα τους.
«Μα πώς δε μοιάζει στον καθρέφτη μας;»
αναρωτιόντουσαν τα αγρίμια.
Έτσι, λοιπόν, προσπάθησε να το χωρέσει
στα παπούτσια τους‧
και να το πνίξει μέσα του.
Το ξέχωρο δεν είχε χώρο.
Το σκότωναν μέρα με τη μέρα…
Μα ήταν κάτι ιερό,
που κανείς δε μπορούσε να συλλάβει
την ύπαρξή του ‒
παρά μόνο τ’ άστρα και οι ουρανοί.
«Ίσως σε μια άλλη ζωή», αναφώνησε,
«να γελούν τα σημάδια χωρίς καθρέφτες,
ελεύθερα και άφοβα,
και να αγαπιούνται χωρίς όρους και αιρέσεις!»
_
γράφει η Αθανασία Αργυροπούλου








0 Σχόλια