Το τραπεζάκι

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Το είχαν στο ξεκίνημα της κοινής τους ζωής στο μπροστινό μπαλκόνι. Ήταν ένα μικρό, μακρόστενο τραπέζι, με γυάλινη επιφάνεια και άσπρο καγκελωτό σκελετό. Φερ-φορζέ τα λέγανε τότε αυτά και ήταν της μόδας και προσιτά στον καθένα. Το πήραν σε κάθε μετακόμιση μαζί τους, ένα είχε γίνει με το σώμα τους.

Το τραπεζάκι, η ακριβή τους προίκα! Εκεί πάνω ακουμπάγανε το πρωί τα νέα της προηγούμενης μέρας μαζί με τον πρώτο καφέ της νέας. Εκεί τις αγωνίες τους, τα όνειρά τους, τα σχέδια για το μέλλον. Δίπλα ακουμπισμένο και το μπιμπερό του πρωτογιού τους που κοίταζε με τα μεγάλα μαύρα μάτια του τον κόσμο να περνά στον δρόμο. Το τραπεζάκι φιλοξενούσε ακόμα το φλιτζανάκι  της γιαγιάς του, που τον φρόντιζε, καθώς και των άλλων γειτονισσών που της έκαναν παρέα. Άσπρο καρεδάκι στρωμένο και πάνω του κάθε είδους λιχουδιές: λουκούμια, κουλουράκια, ακόμα και ψωμί με ελιές και τυρί που έφερνε η σπιτονοικοκυρά. Τα πιατάκια του καφέ, με τα κομψά φλιτζανάκια γεμάτα λουλουδάκια, δώρο του γάμου τους κι αυτά, γίνανε πολλές φορές μάρτυρες της μαντικής ικανότητας που είχε αυτή, η δεύτερη μάνα της, η αγαπημένη της γειτόνισσα.

Και το βράδυ, το μπαλκονάκι στο ισόγειο του διώροφου μετατρεπόταν σε ήσυχο μπαράκι, με φόντο τον δρόμο που άκουγε με συμπάθεια τα νανουρίσματα να εναλλάσσονται με τους δίσκους που παίζανε στο πικάπ του σαλονιού.

Όλα τα άκουγε το τραπεζάκι εκείνο, όλα τα γευότανε και τα κρατούσε καλά στα φυλλοκάρδια του κρυμμένα, για να τα κουβαλήσει και στα επόμενα σπίτια τους.

Συχνά το βάφανε με άσπρη λαδομπογιά, γυαλίζανε τότε τα ζικ ζακ καγκελάκια του, χαιρότανε, έπαιρνε λες ζωή κι αυτό κι ετοιμαζότανε για τη νέα του γωνιά, στο μπαλκόνι του επόμενου σπιτιού που θα τους φιλοξενούσε. Μαζί και τα φυτά που το ακολουθούσαν, απαραίτητο συμπλήρωμα, κακτάκι ή βασιλικός που σε λίγωνε η μυρωδιά του.

Ώσπου έφτασε στο τελευταίο του στέκι, στο μπαλκονάκι του πρώτου ορόφου, ενός διαμερίσματος, στη μεγάλη πόλη, που το ονόμασαν «γεροντικό», χαριτολογώντας, επειδή θα τους φιλοξενούσε στα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

«Το τραπεζάκι μου!» φώναξε η γυναίκα, «πάει το τζάμι του, ράγισε! Τόσα φορτηγά, τόσα φορτώματα και ξεφορτώματα και τώρα, από δω ως εκεί, να ραγίσει;» Και βάλθηκε να κλαίει μονολογώντας: «Κάτι μου λέει αυτό, κάτι μου προμηνύει» και του σκούπιζε τη γυάλινη ράχη του με προσοχή, μην τυχόν και το σπάσει ολότελα. «Κάτι μου λέει αυτό, κάτι θέλει να μου πει το τραπεζάκι μου!». Και τα δάκρυά της θόλωναν τη γυάλινη επιφάνειά του.

Το επόμενο καλοκαίρι, το τραπεζάκι του πρώτου ορόφου, έμεινε απελπιστικά μόνο. Μόνο το κακτάκι θύμιζε την απουσία τους…

_

γράφει η Πολυξένη Βακιρλή

Ακολουθήστε μας

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Σάπιο πράμα

Σάπιο πράμα

Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη του 1943 ο Ντίνος Δρίτσας ο τελωνειακός,δεν κοιμήθηκε...η Σουηδέζατου Ερυθρού σταυρού ήταν μεγάλο μούτρο,όμως έπρεπε να μάθει τι είχε μέσα το σεντούκι με ταγερμανικά γράμματα,που ξεφόρτωσε το πλοίο με το σιτάρι...Σηκώθηκε μεσάνυχτα και...

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όντας ενήλικας, επισκέφτηκα την Ζάκυνθο. Εκεί, στις μεγάλες υγροτοπικές εκτάσεις των Αλυκών Κατασταρίου, κατέφευγε κράζοντας, σπαραχτικά είναι αλήθεια, ένα μυστήριο πτηνό, η περίφημη Τυτώ, ένα νυκτόβιο...

8 σχόλια

8 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Πολύ όμορφο και τρυφερό κείμενο. Τα αντικείμενα που όσο κι να θεωρούνται άψυχα, καταγράφουν και θυμούνται. Στο τέλος κάτι έχουν να μας πουν, που όσο πιο δεμένοι είμαστε με αυτά τόσο πιο πολύ τα ακούμε. Με συγκίνησε.

    Απάντηση
  2. 'Αννα Ρουμελιώτη

    Όσο άψυχα κι αν είναι τα αντικείμενα δεν παύουν όσο υπάρχουν και υπάρχουμε να μας συνδέουν με αναμνήσεις και εικόνες. Πολύ γλυκό , όμορφο και συγκινητικό κείμενο!!!

    Απάντηση
  3. Pola Vakirli

    Σ’ ευχαριστώ πολύ Άννα για το επαινετικό σου σχόλιο!!!

    Απάντηση
  4. Pola Vakirli

    Σ’ ευχαριστώ πολύ Χριστίνα για το θετικό σου σχόλιο!!!

    Απάντηση
  5. Ασημινα Λεοντη

    Δυσκολο σαν δενεσαι με αντικειμενα και δε χρονων…τα θες εκει να σου θυμιζουν τα οσα ζησατε μαζι….αναμνησεις..
    Πολυ ωραιο κ Πολα!!!

    Απάντηση
  6. Βάσω Καρλή

    Τα αντικείμενα φορτωμένα αναμνήσεις να στέκουν εκεί και οι άνθρωποι να τα αποχαιρετούν. Πολύ όμορφη η ιστορία σου!!!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *