Select Page

Για έναν καφέ στο μπαλκόνι

Για έναν καφέ στο μπαλκόνι

«Σήμερα θα πιούμε τον καφέ μας στο μπαλκόνι», της ανακοίνωσε με χαρά. «Φθινοπώριασε, φυσάει κι ένα γλυκό αεράκι, θα σου αρέσει έξω…»

Πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε δύο καφεδάκια. Έναν ελληνικό μονό, σκέτο για εκείνον κι έναν διπλό, μέτριο για εκείνη. Οι κινήσεις του μηχανικές, γρήγορες, μαρτυρούσαν τη ρουτίνα των χρόνων. Δεν τον πείραζε, όμως. Αντιθέτως, ήταν μια απ’ αυτές τις γλυκές ρουτίνες που απολάμβανε να τηρεί ευλαβικά. Κάτι σαν τελετουργικό, που επαναλαμβανόταν κάθε απογευματάκι. Την αποκαλούσε «στιγμή τους» και της έδινε πάντα τη δέουσα προσοχή.

Με τα καφεδάκια στον δίσκο μπήκε στο καθιστικό και της χαμογέλασε. «Τώρα, έρχομαι να σε βοηθήσω, μην είσαι ανυπόμονη…» της είπε παιχνιδιάρικα.

Την έβαλε να καθίσει απέναντί του και για λίγο απλά τη χάζεψε. Πολλά απογεύματα το έκανε αυτό. Χανόταν για λίγο στη θέα της, την παρατηρούσε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά και μετά, αργά – αργά, σήκωνε το φλιτζάνι του και έπινε την πρώτη γουλιά του καφέ του.

«Δύσκολη μέρα σήμερα, ψυχή μου…», της είπε χαμηλόφωνα και έσκυψε το κεφάλι. «Καλά τα έλεγες για τον κανακάρη μας. Δεν μπορεί να στεριώσει σε μια δουλειά, την πρώτη κακή στιγμή τα παρατάει και φεύγει. Πώς έγινε έτσι αυτό το παιδί, μου λες; Σε ποιον έμοιασε; Του τα λέω, του τα ξαναλέω, του τα εξηγώ με το καλό ή με το άγριο, τίποτα… Δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Από σένα, μου φαίνεται, την πήρε αυτή την περηφάνια! Μην κοιτάς αλλού, τα ξέρω εγώ αυτά τα κόλπα σου…» και τη χάιδεψε τρυφερά.

«Μια απορία θέλω να μου λύσεις. Πώς τα ‘φερνες βόλτα όταν τα είχες μωρά κι εγώ έλειπα; Πώς τα κατάφερνες βρε θηρίο; Εγώ και τώρα δα, που είναι κοτζάμ γαϊδούρια, δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί τους ώρες –ώρες! Με βγάζουν απ’ τα ρούχα μου! Είναι ψυχούλες και τα τρία βέβαια, δεν το συζητώ, αλλά πεισματάρικα, όχι αστεία. Ό,τι πουν, αυτό είναι και δε σηκώνουν κουβέντα! Δικό σου κατόρθωμα είναι αυτό, ματάκια μου; Πάλι κοιτάς αλλού, ε; Με ακούς καλέ ή τσάμπα μιλάω…;»

Για λίγο σταμάτησε. Μια μικρή παύση, αναγκαία για ν’ ανασυγκροτηθεί και να συνεχίσει. Αφέθηκε στο γλυκό αεράκι, στα χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός, στις σκέψεις του, σε όσα τον έπνιγαν… Όχι, όχι. Γι’ αυτά δε θα της έλεγε κουβέντα. Σιγά μην της χαλούσε την καρδιά για τα δικά του. Όχι, σε καμία περίπτωση. Αρκετά είχε περάσει, για ν’ ακούει τα παράπονά του.

«Κρύωσες, αγάπη μου; Θέλεις να πάμε μέσα;», τη ρώτησε ξαφνικά.

Δεν πήρε απάντηση. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και πήγε τον δίσκο με τους καφέδες στην κουζίνα. Ο δικός της ανέγγιχτος. Ένα πικρό χαμόγελο κι ένα δάκρυ. Για τα χρόνια που πέρασαν σαν νεράκι. Για τ’ απογεύματα που του ζητούσε να πιουν έναν καφέ στο μπαλκόνι κι εκείνος πνιγόταν στη δουλειά. Για τις συζητήσεις που δεν έκαναν. Για τον πόνο που του κόβει την ανάσα.

Βγήκε ξανά στο μπαλκόνι. Ο καιρός είχε αλλάξει, το πήγαινε για βροχή.

Με τη φωτογραφία της στα χέρια του, μπήκε μέσα κι έκλεισε την μπαλκονόπορτα.

Σε λίγο θα βράδιαζε.

 

_

γράφει η Ζωή Ναούμ 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!