Select Page

Η πουτάνα η μπάλα φταίει

Η πουτάνα η μπάλα φταίει

Γουστάρω πολύ το τόπι αδελφέ. Γαύρος είμαι. Όποτε έπαιζε ο θρύλος, με τη Θύρα 7 εγώ. Καραϊσκάκη, Θεσσαλονίκη, επαρχία, εξωτερικό, παντού όπου πήγαινα με γνώριζαν και οι πέτρες. Και διέθετα -εννοείται- διαρκείας παρακαλώ.

Στην αρχή ερχόταν κι η Κλειώ μαζί μου στο γήπεδο. Καψούρα βλέπεις. Με μένα όχι με τον Ολυμπιακό. Εκείνη ήταν ΑΕΚ αλλά αλλαξοπίστησε και βαφτίστηκε Ολυμπιακάρα για πάρτη μου.

Γνωριστήκαμε μια μαύρη μέρα για την ομάδα και το ποδόσφαιρο. Ήμασταν, βλέπεις, ανάμεσα σ’ αυτούς που γλιτώσανε όταν έγινε εκείνο το φοβερό ατύχημα με τα εικοσιένα παιδιά της θύρας 7. Ήταν η μέρα που είχαμε νικήσει, λίγο πριν, έξη μηδέν την ΑΕΚ για το κύπελλο. Τα θυμάσαι;

Έρως τρελός με την Κλειώ, που λες. Αρρώστια. Λατρεία μιλάμε. Κι εκείνη, ό,τι ήθελε το ’χε. Αλλά της είχα ξηγηθεί μια κι έξω: αγάπη, μη με βάλεις ποτέ να διαλέξω. Άλλο εσύ άλλο η ομάδα. Εσύ είσαι θηλυκό, ο Θρύλος αρσενικό. Εσύ η γυναίκα μου, ο Θρύλος η θρησκεία μου. Φινίτο λα μούζικα πασάτο λα φιέστα. ΤΕΛΟΣ.

Είχε πάει πάσο, φαινόταν ότι το ’χε δεχτεί. Κάθε Κυριακή λοιπόν, όπου ο Θρύλος κι εγώ από πίσω. Θύρα Εφτά είπαμε, αδελφέ. Κι όχι όποιος κι όποιος. Δεν είμαι απλώς ένας από εκείνους που γλίτωσαν από το φοβερό ατύχημα, που ποδοπατήθηκαν τότε τα παιδιά, αλλά την έχω γλιτώσει άπειρες φορές από ασφυξία, στην υπόγεια διάβαση του ηλεκτρικού.

Έτσι κι εκείνη την Κυριακή. Παίζαμε με τον αιώνιο αντίπαλο στο ΟΑΚΑ. Μόλις φάγαμε στο 46ο λεπτό και το τρίτο γκολ από τον Σαραβάκο, σπάσανε τα νεύρα μου με τις μαλακίες του τερματοφύλακα, του Πολωνού Καζιμιέρσκι, δεν άντεξα άλλο κι έφυγα πριν τελειώσει ο αγώνας. Ανέβηκα στην Τράιομφ κι έφυγα σφαίρα. Συνάντησα στο δρόμο και το Μητσάκο, το γείτονα, τον έβαλα στο πίσω κάθισμα της μηχανής και, για μην στα πολυλογώ, βρέθηκα σπίτι μιάμιση ώρα νωρίτερα από κάθε άλλη φορά.

Και τότε τα ψυλλιάστηκα όλα αδελφέ. Όχι μόνο εγώ, αλλά και ο φίλος μου ο Μητσάκος, που τον προσκάλεσα για καφέ.

Ανοίγω που λες την πόρτα και ακούω στη διαπασών από το ραδιόφωνο, μόλις είχα αγοράσει ένα άπαιχτο, σούπερ ντούπερ στερεοφωνικό, να μεταδίδεται ο αγώνας της ΑΕΚ με τη Λάρισα, το 2-1 αδελφέ, στη Φιλαδέλφεια. Το πρώτο γκολ ο Πατίκας και το δεύτερο, ο Νίλσεν. Τότε που η Λάρισα ήταν ομαδάρα. Παραξενεύομαι, που λες. Βάζω το Μητσάκο ν’ αράξει στο σαλόνι και να περιμένει και ψάχνω τη δικιά μου μέσα στο σπίτι. Την Κλειώ, την αγάπη μου, τον έρωτά μου, τη γυναίκα μου, την καψούρα μου.

Τους είδα από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Στο κρεβάτι μας. Εκείνη είχε πάρει την αγαπημένη της πόζα, μπρούμυτα αδελφέ, στάση ντόγκι, που λέμε σήμερα. Κουνιόταν, όπως πάντα, σβέλτα και αέρινα. Εκείνος προσπαθούσε να φανεί αντάξιος του ταμπεραμέντου της. Και όσο την άκουγα να βογκάει, αχ και βαχ, τόσο υπέφερα γιατί περνούσε καλά το αστέρι μου, χωρίς εμένα, κι αυτό με σκότωνε.

Και μετά τα κατάλαβα όλα. Μου ήρθε η θεία επιφώτιση: πρώτον, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας δεν ήταν κλειδωμένη αλλά μισάνοιχτη, για να ακούει ο Αντωνάκης τον αγώνα. Δεύτερον, ο Αντωνάκης, που από τη μέρα που περάσαμε στέφανα με την Κλειώ, μ’ έχουν παραμυθιάσει πως είναι ξαδελφάκι της από το χωριό, ήταν γκόμενος από παλιά και αυτό συνέχιζε να είναι. Τρίτον, δεν ήταν ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής ούτε πήγαινε τις Κυριακές στο γήπεδο, στην ΑΕΚάρα του, αλλά έκανε προπόνηση με την Κλειώ μου, προτιμούσε να έρχεται σπίτι όταν έλειπα εγώ, για να την μαρκάρει στενά από πίσω, να πολιορκεί και να προπονείται στα γκολπόστ της. Πρέπει όμως να παραδεχτώ κάτι: ότι αν και άρρωστος αεκτζής ο Αντωνάκης -όπως κι εγώ άρρωστος ολυμπιακός- εκείνος είχε τα κότσια να θυσιάζει το γήπεδο για να μπορεί να περιποιείται ανενόχλητος τη γυναίκα μου, εν τη απουσία μου. Μιλάμε για θυσία εκ μέρους του και μη το γελάς καθόλου αυτό, αδελφέ.

Ένιωσα που λες στα σαράντα μου ότι είχα πια αρκετά με την υποκρισία. Μου ’χαν συμβεί τα χίλια μύρια όσα μέχρι τότε. Ξηγήθηκα άψογα στον παιδικό μου φίλο για να καρφώσει μια κοπάνα μου στο στρατό και να πάρει εκείνος την καλή μετάθεση. Φέρθηκα καλοσυνάτα μέχρι δουλικά στον προϊστάμενό μου για δέκα ολόκληρα χρόνια. Και στο τέλος έδωσε τη θέση που προοριζόταν για μένα στη γκομενίτσα που χαλβάδιαζε και που μόλις είχε προσληφθεί στην επιχείρηση -με πολύ λιγότερα προσόντα από μένα. Το κακό ήταν ότι αμέσως μετά με απέλυσε γιατί γκρίνιαξα, είπε, και τονε πρόσβαλα. Σκίστηκα να προσέξω τον πατέρα μου όσο κανείς άλλος, ξοδεύτηκα κιόλας να μην του λείψει τίποτα για να αποδημήσει εις Κύριον ήρεμος κι ωραίος, ενώ οι δύο αδελφές μου και ο μικρότερος αδελφός μου κάνανε την πάπια. Στο τέλος ο κωλόγερος προτίμησε να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στ’ αδέλφια μου και στη Βουλγάρα που πλήρωνα για να τον βοηθάει, και μένα μου ’γραψε το πατρικό του, ένα πέτρινο γκρεμίδι γεμάτο σκορπιούς, στο εγκαταλειμμένο κατσικοχώρι του, σε ένα ξεροβούνι. Βοήθησα οικονομικά τον πρώην συνεταίρο μου για χρόνια. Κι εκείνος, μόλις η επιχείρησή του ανέβηκε ξανά, μ’ έκοψε από φίλο γιατί του ’βαλε λόγια η γυναίκα του ότι και καλά τον ζηλεύω.

Για όλα αυτά κοιτάχτηκα στον καθρέφτη αδελφέ. Και καθώς άκουγα τα βογκητά της γυναίκας μου και τα μουγκρητά του Αντωνάκη είπα στη μάπα μου, που καθρεφτιζόταν χλομή και αγριεμένη όσο δεν παίρνει:

‘’ΑΡΚΕΤΑ πια! Μαλάκα άντρα, αρκετά πια!’’

Έπρεπε να φτάσω στα σαράντα μου αδελφέ για να σκοτώσω το μαλάκα που είχα μέσα μου. Ήταν καιρός κάποιος να πληρώσει, έστω και με μεταχρονολογημένη επιταγή. Δυστυχώς για τον Αντωνάκη εγώ δεν είμαι, λόγω χαρακτήρος και ατελούς μορφώσεως, σαν εκείνο τον φιλόσοφο που είπε στον εραστή της γυναίκας του: ‘’Κύριε, σας είμαι ευγνώμων που διασκεδάζετε τη σύζυγό μου’’.

Εγώ, αδελφέ, είμαι άλλη φάση. Από άλλο ανέκδοτο. Πήγα στο σαλόνι, έδιωξα άρον άρον το Μητσάκο, ούτε μια γουλιά καφέ δεν πρόλαβε να πιει ο άνθρωπος, κατέβηκα στο υπόγειο που είχα καβατζωμένη την ημιαυτόματη καραμπίνα μου, τη Remington Versa Max, κληρονομιά από το γέρο μου, τη γέμισα με τα μονόβολα που είχα για τα αγριογούρουνα, κι ανέβηκα ξανά πάνω να αποδώσω δικαιοσύνη για όλα όσα με είχανε  κάψει. Τους άφησα και τέλειωσαν, μα το Θεό, είπα να το φχαριστηθούνε αφού θα ήταν το τελευταίο τους. Περίμενα στο σαλόνι κι άκουσα μάλιστα τον αγώνα της ΑΕΚ μέχρι το σφύριγμα της λήξης.

Βγήκε πρώτα εκείνη -για να πάει στο μπάνιο. ‘’Μη αγάπη μου, να σου ξηγήσω, μου λέει’’. ‘’Ναι, ξέρω, η πουτάνα η μπάλα φταίει’’, της είπα και της έριξα ένα βόλι -δε χρειάστηκε δεύτερο. Γάτος ο Αντωνάκης, έπιασε τη φάση και πήδηξε τσίτσιδος από το παράθυρο. Τον πέτυχα στην αυλή, λίγο πριν πηδήξει τη μάντρα.

Μετά άκουσα τα ουρλιαχτά των γειτόνων. Έβαλα ένα νεροπότηρο τσίπουρο και περίμενα τα περιπολικά. Δεν άργησαν.

‘’Εγώ το έκανα’’, είπα στα παιδιά, τους έδειξα το όπλο κι άπλωσα τα χέρια να μου περάσουν τις χειροπέδες.  Όμορφα και απλά.

Πλήρωσα το λογαριασμό μέχρι μίας αδελφέ, γι’ αυτό και θα μείνω στη στενή δώδεκα χρόνια ακόμα. Εκείνη σήμερα αναπαύεται στον οικογενειακό μας τάφο και δίπλα της θα θαφτώ κι εγώ αργότερα, με τη σημαία του Θρύλου για σάβανο. Η σορός του Αντωνάκη θα ξεθαφτεί όπου να ’ναι, και τα κόκαλα του προδότη θα γίνουνε συντόμως τσατσάρες.

Τώρα θα μου επιτρέψεις να σ’ αφήσω αδελφέ, γιατί παίζει ο Θρύλος αγώνα κυπέλλου με τον αιώνιο αντίπαλο, τον Παναθηναϊκό. Τουλάχιστον ξέρω ότι θα τον δω ήσυχος στο καφενείο της φυλακής. Τέρμα οι εκπλήξεις. Τέρμα οι αγωνίες, τέρμα οι έρωτες κι οι ανησυχίες για κέρατα και κουραφέξαλα. Το κεφάλι μου, βλέπεις, είναι άδειο πια από έγνοιες. Έχω κατακτήσει τη νιρβάνα, γκουρού έγινα.

Είμαι πια μόνος, αδελφέ, μόνο το Θρύλο έχω πια. Και τα μυαλά στα κάγκελα.

 

 

_

γράφει ο Νίκος Φαρούπος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος