Νικόλας Περδικάρης | Ο βατήρας

5.11.2017

Δύο μπουκάλες ξέχειλες, ζεστές σα φρατζόλες, θερμαίνονται κάτω από ένα λαμπερό ήλιο. Η κυρία Φλιξ κατάγεται από το Νότο. Δεν έχει φόβο μήπως λιώσει, γι’ αυτό άλλωστε την λένε και πυροφάγο. Φοράει καπέλο ψάθινο, επενδυμένο με δαντέλα και -καθώς την κοιτάζω από τις γρίλιες- μου φαίνεται κοφτή, χοντρή, μ’ έναν απαίσιο τρόπο γλυκιά, ενώ εμφανίζεται διακεκομμένη σε στρώσεις, έξω απ’ το κουφωτό μου παράθυρο.
Εδώ και τρεις μήνες, μένω εσώκλειστος σε ένα πύργο, αναλώνοντας τον εαυτό μου σε αυτά και σε άλλα μηδαμινά: Τι θα κάνει σήμερα η κυρία Φλιξ; Προς τα πού έστριψε το γενναίο της κεφάλι; Μοιάζει ακόμα με φίδι που έχει καταπιεί βούβαλο; Το μαγιό της είναι μεταποίηση του γνωστού οίκου μόδας Cazzi Pazzi;  Γεγονός, λένε οι κακιές γλώσσες, πως όταν η βαρόνη του Bottom Abbey δοκιμάζει τα καλοκαιρινά της, πηγαίνει στα μαγαζιά με πόδια αξύριστα, με τούφες στα πέριξ του αιδοίου της να προεξέχουν αυθάδεις από κάθε ταλαίπωρο μπικίνι που κατακτά. Όταν γυρίζει στην έπαυλη εξαντλημένη από κάθε βόλτα, ξαπλώνει νωχελικά στη σεζλόνγκ, με σκοπό να καταπιεί  μικρούς ήλιους και φεγγάρια. Ισορροπώντας τους πλανήτες σα μπαλίτσες στη γλώσσα της, ξεπροβάλλει περήφανη και επικίνδυνη μέσα στο σούρουπο.
Θα ‘φευγα εκείνο το απόγευμα, αφήνοντάς την να προβάρει ατελείωτα λαστιχένια ρούχα μέχρι την επόμενη. Αλλά, επόμενη για μένα δεν θα υπήρχε, αν δεν της έπαιζα σωστά τον υπηρέτη, με τη λιμουζίνα της παρκαρισμένη έξω από κάθε αγορά. Έτσι, δεν κούνησα το τιμόνι ούτε στα ψέματα χωρίς εκείνη. Μάλιστα, μπήκα φουριόζος στο κατάστημα για να την ψάξω, αφού ένας από τους φύλακες μου έκλεισε το μάτι, σύνθημα πως η κυρία μου με αναζητούσε.
Εκείνο το καλοκαιρινό μαραμένο αυγό στο τηγάνι, έμοιαζε και δεν έμοιαζε με το ταλαίπωρο εφηβικό πρόσωπό μου. Και όμως, μελάτος όπως ήμουνα μέχρι τα μέσα μου, έσπευσα να εξυπηρετήσω την κυρία μου με πάθος.
«Ώστε, εδώ είσαι», μου φώναξε, όταν τη συνάντησα πίσω από μια κουρτίνα. Στη συνέχεια, εκείνη τράβηξε το πανί, ώσπου μείναμε μόνοι: Αυτή, εγώ και τα πλαστικά κύματα από τη διακόσμηση  του ορόφου. Η αφεντιά της δεν φορούσε τίποτα και όλα τα μαγιό του κόσμου μαζί. Γιατί το δέρμα της σα ρούχο έμοιαζε, μόνο που δεν θα το αγόραζες, δεν θα το διάλεγες ποτέ, ακόμα και αν στο χάριζαν. Ανάμεσα στα ζωγραφιστά νερά, πέριξ των τοίχων, έστεκε περήφανος ένας ολοζώντανος βατήρας, επίσης μέρος του ντεκόρ.
Το μέταλλο είναι μέταλλο. Άμα γυαλίζει, σε κάνει να λάμπεις παρόμοια, με κίνδυνο να ξεχνιέσαι. Έτσι είδα την κυρία μου να ορμάει με φόρα προς τα ασημένια σκαλοπάτια, που οδηγούσαν, χωρίς να το ‘χουν διαλέξει, σε μια θάλασσα ακριλικού και γυψοσανίδων. Η Φλίξ έκανε να ανεβεί στο βατήρα, στραβοπατώντας στο πρώτο της βήμα, ύστερα στο δεύτερο. Πίσω της ακολουθούσα λυσσασμένος εγώ, να την προλάβω πριν μου πέσει, φορώντας επίσης καμιά ντουζίνα από τα υποψήφια μαγιό της, το ένα απάνω στο άλλο. Μ’ έβαζε να τα προβάρω όπως εκείνη, τάχα μου για να φαντασιώνεται τον εαυτό της  μέσα από μένα, ελπίζοντας πως έτσι θα αποφάσιζε γρηγορότερα ποιο ρούχο ταίριαζε με το κορμί της και ποιο όχι. Και αν ήμασταν άλλοι άνθρωποι, εντελώς διαφορετικοί, σε μέγεθος σχήμα και ψυχή, αυτό, για μια κυρία του είδους της, δεν είχε σημασία. Κατά τη γνώμη της, υπήρχε μα ώρα της ημέρας (τουλάχιστον) που εκείνη γινόταν εγώ κι εγώ γινόμουν εκείνη.    
Πριν το καταλάβω, ενώ συλλογιζόμουν το παράλογο κάθε ομοιότητας και κάθε διαφοράς μας, την είδα να στέκει καμαρωτή απάνω στο τελευταίο σκαλί του βατήρα, έτοιμη να βουτήξει στον τοίχο. Αντίθετα με ό,τι θα περίμενα, μου ήρθε τότε μια επιθυμία: Όχι να τη σώσω. Όχι να την τραβήξω άρον άρον από την καταστροφή, μα να τη σπρώξω με δύναμη μέσα στη ζωγραφιά. Ύστερα να φύγω, σχεδόν μαγικά, χωρίς να έχω εισπράξει ούτε μισό μεροκάματο.

 

Ο Νικόλας Περδικάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές, στο ίδιο τμήμα, στον τομέα της Πολιτικής Επικοινωνίας και των Νέων Τεχνολογιών. Μέρος της μελέτης του σχετιζόταν με την έρευνα γύρω από τη χρήση των διαδραστικών-ψηφιακών αφηγήσεων στην εκπαίδευση. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην ΕΡΤ. Πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία με το βιβλίο «Ο σκύλος με το λουλούδι στο στόμα» το 2014.

 

αναδημοσίευση από το Μονόκλ

 

Ακολουθήστε μας

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου