τοβιβλίο.net

Select Page

Νυχτερινή απαγγελία

Νυχτερινή απαγγελία

«Α πα πα πα, τι είναι αυτό πια με σένα βρε παιδί μου; Γλώσσα δεν έβαλες μέσα σου όλη τη νύχτα απόψε. Μα γιατί άραγε; Πρόβαρες τα καινούρια σου ποιήματα και σε ενέπνεε αυτό να το κάνεις μέχρι τα χαράματα; Έστησα μεν αυτί να ξεχωρίσω τι έλεγες αλλά στ’ αυτιά μου έφτανε το ηχόχρωμα και η μουσικότητα μιας όμορφης απαγγελίας και μόνο. Κάνω λάθος;»

«Εσύ και να κάνεις λάθος; Έστω και αν από αιδημοσύνη και μόνον ρωτάς. Άκου φιλενάδα μου, από σένα και να θέλω να κρυφτώ δεν μπορώ. Αν δεν απασχολήσω το μυαλό μου με κάτι δημιουργικό τα μπουζιά του θα ξελασκάρουν τελείως και δε θα παίρνουν με τίποτα ξαναβίδωμα.

Γιατί γαμώτο βρε Μακώ μου; Δε θα ήταν δικαιότερο και σωστότερο με το που ένας έρωτας τελειώνει να παίρνει μαζί του φεύγοντας και όλες τις αναμνήσεις; Δεν θα γλίτωνα έτσι από τόσο πόνο, όπως πολύ σοφά είπε κάποια γυναίκα; 

Οι αναμνήσεις δεν είναι αυτές που μας βασανίζουν; Τις εξιδανικεύουμε, κρατάμε τα καλά τους που τα μεγεθύνουμε και σμικραίνουμε τα κακά που έπαιξαν και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι μαζοχισμός και τούτος ο δικός μας; Το αντίθετο δε θα έπρεπε να κάνουμε μπας και βάζαμε μυαλό; Όχι δε μακαρίζω τους αμνήμονες, ούτε εκείνους που δεν ένιωσαν τον πόνο της αγάπης απλά και μόνο γιατί δεν αγάπησαν, όχι. Αυτοί δυστυχώς δεν έζησαν. Αυτοί νόμιζαν ότι το μόνο που όφειλαν να κάνουν από καθήκον έστω, ήταν να το κάνουν σωστά. Μα αυτό δεν είναι βέβαια το ουσιώδες. Και η αγάπη; Αυτή που όλα τα κάνει να μοιάζουν όμορφα όσο υπάρχει; Αυτή που κρατάει τα κλειδιά του  “ουσιώδους”; Την αγνόησαν και τους ανταπέδωσε και εκείνη τα ίσα. Το μόνο που θα ήθελα από την ανθρώπινη φύση θα ήταν να μη μας ακολουθούν εξιδανικευμένες οι αναμνήσεις μας. Μα αυτό δεν το κατάφερε κανείς. Πόσο μάλλον εμείς οι ποιητές με τον περίεργο μαζοχισμό μας να ξύνουμε ξανά και ξανά την πληγή που μας πονάει αλλά που όμως μας εμπνέει!

Αυτά είναι που γράφω στα κείμενά μου και αν τα διαβάζω δυνατά είναι γιατί έτσι έχω την αίσθηση ότι με συντροφεύουν. Θα έχεις προσέξει φαντάζομαι, ότι όλοι οι ποιητές για τον πόνο της Αγάπης ομιλούν. Και τούτο, γιατί όντας κανείς ερωτευμένος και επομένως ευδαίμων και χαρούμενος δε νιώθει την ίδια ανάγκη ίσως να γράψει και να βασανίζει τη σκέψη του, αλλά προτιμά να ζει. Ζει τον έρωτα και την αγάπη αποκλειστικά, και τίποτα άλλο δεν τον νοιάζει. 

Φιλενάδα, συγχώρα με που σε ενοχλώ με τα ολονύχτια παραμιλητά μου, είναι η ψυχοθεραπεία μου».

«Εγώ δεν ενοχλούμαι βρε κουτό, για σένα νοιάζομαι και ανησυχώ. Φεύγω το πρωί για τη δουλειά και το μυαλό μου τ’ αφήνω πίσω σε σένα. Πότε κοιμάσαι μού λες; Το μυαλό σου δε σου λέει “μπάστα”; Δε θέλει λίγη ξεκούραση; Όλο το εικοσιτετράωρο στην πρίζα; Δε θα καεί το μοτέρ από την υπερθέρμανση; Ανησυχώ. Μήπως να ρωτούσαμε έναν ψυχολόγο;»

«Να μου πει τι περισσότερο από αυτά που εσύ μου λες με αγάπη; Και τι να του πω εγώ περισσότερο απ’ όσα σε σένα λέω; Φιλενάδα, εσύ είσαι ο ψυχολόγος μου. Ακουμπάω την ψυχή μου πάνω σου και συ τη χαϊδεύεις απαλά, όχι με επαγγελματισμό αλλά με τρυφερότητα, με αγάπη, με αγωνία, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει ο ψυχολόγος. Αλίμονό του αν ένιωθε έτσι για τους ασθενείς του ντιβανιού του, θα είχε τρελαθεί ο άνθρωπος.

Έχει “κονσερβοποιήσει” λοιπόν δέκα δεκαπέντε υποθέσεις και εννέα στις δέκα φορές, ο εκάστοτε πελάτης να μην πω ο ασθενής, είναι μέσα σ’ αυτές. Άφησα τη μία από τις δέκα, για την περίπτωση εκείνη την ξεχωριστή, που δεν είχε προβλέψει και που χρίζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης.

Εγώ, τι κάνω λοιπόν; Γράφω, απαγγέλω, σου μιλώ και βρίσκω τη λύτρωση. Μη φοβάσαι. Οι λέξεις μου σαν τις ακούω, με βοηθούν να τις συνειδητοποιήσω, να τις αφομοιώσω, να μην είναι μόνον λογοτεχνικά  ευρήματα εντυπωσιασμού. Είναι το παράθυρο του μυαλού μου στην πραγματικότητα, εγκαταλείπουν το λίκνο της ψυχής όπου γεννήθηκαν, ελευθερώνονται και μου γίνονται οικείες, κάτι σαν μηχανισμός αυτοάμυνας».

«Έχεις απόλυτο δίκιο. Όλοι πια έχουν να το λένε ότι τα ποιήματά σου είναι πολύ “ζωντανά” και άμεσα. Αυτό δεν πετυχαίνεται εύκολα αν δεν το νιώθεις».

«Γι’ αυτό λοιπόν, να μην ανησυχείς. Θα μου περάσει πού θα πάει; Μου έμειναν βέβαια λίγα δάκρυα ακόμη. Τουλάχιστον ας μου προσφέρει κάτι χρήσιμο ο πόνος, ένα καλό ποίημα επί του προκειμένου».

«Με ρούμπωσες. Αν είναι έτσι όπως τα λες, τότε κορίτσι μου γράφε και μίλα, στην τελική υπάρχουν και οι ωτασπίδες. Αν και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, μου έχει γίνει συνήθεια η φωνή σου τη νύχτα. Έχει μουσικότητα, με νανουρίζει. Ένα εκατομμύριο φορές η απαγγελία σου, παρά δέκα φορές ένα ροχαλητό. Αν συνέβαινε αυτό το δεύτερο θα τη σκεπτόμουνα τη συγκατοίκηση όσο και αν σε αγαπούσα. Με ξεπερνάει. Ένας από τους βασικούς λόγους που χώρισα τον Περικλή ήταν και αυτός. Θα μου πεις σαν τι έφταιγε και ο Χριστιανός. Έφταιγε, πώς δεν έφταιγε, αφού δεν ήθελε να ζητήσει καν τη βοήθεια ενός ειδικού ροχαλητολόγου. Άσε που δεν το παραδέχτηκε και ποτέ ότι ροχαλίζει μέχρι που αναγκάστηκα να τον μαγνητοφωνήσω μπας και πεισθεί. Αλλά και τότε ακόμη, όταν άκουσε την κασέτα ξέρεις ποια ήταν η απάντησή του; “Και ποιος μου λέει εμένα ότι αυτός με την ατμομηχανή στη θέση του λάρυγγα είμαι εγώ; Πες ότι με βαρέθηκες και δε με αντέχεις γενικώς, οπότε σου αδειάζω τη γωνιά.” Και που λες, μου την άδειασε και βρήκα την υγειά μου.»

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος