Τα εν οίκω

6.03.2020

Αλάτι και ζάχαρη απόμειναν στο σπίτι της Μαρίκας και του Εμμανουήλ. Τα όσπρια ακριβά, τα μακαρόνια, τα φρούτα απλησίαστα, τα σέσκουλα, τα σπανάκια. Ο υιός Παναγιώτης ολημερίς εργάζεται ανασφάλιστος για δυο ελιές τον μήνα και η θυγατέρα τους Χαρίκλεια εργαζόμενη κι αυτή, δεν αξιώθηκε κατά την μάνα της να βρει έναν με υψηλό εισόδημα να την σώσει. Κι όλο φωνάζει αχαΐρευτο η Μαρίκα τον Εμμανουήλ που τρίτη δουλειά δεν βρίσκει.

Η Μαρίκα και ο Εμμανουήλ γονείς ευυπόληπτοι περασμένοι μεσήλικες, χρόνια κυνηγούν την ευμάρεια του νοικοκυριού τους, στον βωμό της οποίας τα πάντα εθυσίαζαν, χωρίς σε τίποτα να διστάζουν. Αργά που εγύρισε ο Παναγής, εζήτησε χρήματα, καύσιμα να βάλει στην μερσεντές, την οποίαν η οικογένεια αγόρασε δίνοντας το εφάπαξ του πατρός και ένα χωράφι. Η μητέρα τσιρίζοντας τον απέπεμψε λέγοντάς του πως δεν έχουν να αγοράσουν τρόφιμα και πως έπρεπε να πουληθούν και τα τρία αυτοκίνητα που είχαν, μα ο Παναγιώτης επέμενε, δίχως όχημα ακριβό ποια θα τον κοιτούσε, εδιαμαρτύρετο εις την μητέρα του.

Επέστρεψε και η Χαρίκλεια, αγανακτισμένη από του Πάτροκλου το δώρο, ένα βιβλίο για την Σμύρνη, ενώ του υπέδειξε περιδέραιο σε προθήκη κοσμηματοπωλείου. Έξαλλη η μητέρα ούρλιαζε να τον σχολάσει τον άχρηστο, τον θρασύ, που ετόλμησε γυναίκα να κρατήσει δίχως έξοδα, δίχως αυτοκίνητο να διαθέτει. Η κόρη έγνεφε συγκαταβατικά, οι τσιρίδες και τα ουρλιαχτά την γειτονιά δονούσαν, και ο Περικλής ο ιδιόρρυθμος, ο γραφικός για όλους, βγαίνοντας για τον εσπερινό περίπατο, είδε τον Εμμανουήλ, ανοίγοντας την πόρτα να διαφεύγει, και φώναξε: «Πουλήσατε κατακτήσεις χρόνων που με αίμα κερδήθηκαν, πουλήσατε τα δικαιώματα της ζωής στην προοπτική του ατομικού πλούτου, τώρα, άντε στα σκλαβοπάζαρα, έτσι ταιριάζει σε λαό αλήτη», και φτύνοντας επροχώρησε.

 

_

γράφει ο Λεωνίδας Καζάσης

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το ταξίδι της ψυχής

Το ταξίδι της ψυχής

Ένας κεραυνός ακούστηκε μέσα στη νύχτα και ανάγκασε τον κυρ Βαγγέλη να ξυπνήσει πρόωρα. Η ώρα ήταν τέσσερις το πρωί και έξω έβρεχε ασταμάτητα. Οι αστραπές φώτιζαν στιγμιαία και επαναλαμβανόμενα το μικρό δωμάτιό του και του παρουσίαζαν με τον πιο ευφάνταστο τρόπο...

Η ταπεινή γριά-Καραγκιόζαινα

Η ταπεινή γριά-Καραγκιόζαινα

- γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη - Στη γειτονιά μας, είχαμε μια γραία -ετών ογδόντα φεύγα, ρίζα από Μικρασία. Καλή γυναίκα, κιμπάρισσα κι ανοιχτόκαρδη, με τα βραχιόλια της να βροντούν (κατά πώς λέει το άσμα για τη Γερακίνα που κίνησε να φέρει νερό απ’ το πηγάδι και...

Πέντε μάρκα κλάμα

Πέντε μάρκα κλάμα

Πρωτοχρονιά στο χιονισμένο Βερολίνο και όλα τα λαμπιόνια της πόλης αναβοσβήνουν κουρασμένα. Κάποια γιαγιά κρατώντας το λουρί του σκύλου της χαζεύει, περπατώντας αργά, τις ξεχασμένες βιτρίνες. Είναι μια έρημη πολιτεία με τους κατοίκους μαζεμένους πια στα σπίτια τους....

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΙΑΔΗΣ

    ΕΞΑΙΡΕΤΟ

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου