Select Page

Το άρωμα που θύμιζε ανθισμένη κερασιά

Το άρωμα που θύμιζε ανθισμένη κερασιά

Την είχε ξεχάσει πια. Περνούσαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και δεν την έφερνε στη σκέψη του. Την είχε αποθηκεύσει σ’ ένα κουτάκι του μυαλού του και την κρατούσε εκεί, καλά κλεισμένη σαν επτασφράγιστο μυστικό. Καμιά φορά, βέβαια, εκείνη έβρισκε μια χαραμάδα φως κι έκοβε καμιά βόλτα στα όνειρά του, αλλά ως εκεί.

Εκείνος παντρεύτηκε. Από αγάπη γνήσια, αυθεντική, ώριμη. Άφησε πίσω του τα παιδιαρίσματα και τα πάθη και αφοσιώθηκε σε μια ζωή ήρεμη, γλυκιά, γεμάτη σταθερότητα και ασφάλεια. Δήλωνε ευτυχισμένος και το εννοούσε. Απολάμβανε όσα είχε και κάθε του επιλογή τον είχε δικαιώσει.

Για εκείνη δεν ήξερε. Εκείνη χάθηκε και δεν ξανάμαθε νέα της ποτέ. Δυο χρόνια μετά τον χωρισμό τους άνοιξε η γη και την κατάπιε. Δε ρωτούσε κι εκείνος, βέβαια. Απέφευγε να ξύνει πληγές του παρελθόντος… Και τι παρελθόντος! Μιας εποχής τρελής και αλλοπαρμένης που σε τίποτα δε θύμιζε τον σημερινό του εαυτό, τη σημερινή του ζωή, όσα με κόπο και αγώνα είχε πετύχει.

Την είχε ερωτευτεί. «Ο καθένας θα την ερωτευόταν» έλεγε καμιά φορά σε φίλους του μ’ ένα χαμόγελο που προσπαθούσε να κρύψει κάθε πικρία από τα λόγια του. Ήταν όμορφη, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και έξυπνη, σπίρτο αναμμένο. Τον έκανε να γελάει σαν μικρό παιδί, είχε χιούμορ, ήταν απολαυστική… Τη ζωή την λογάριαζε για παιχνίδι. Όλα ήθελε να τα δοκιμάσει, για όλα ήθελε να έχει άποψη. Πόσο τον εκνεύριζε ώρες-ώρες μ’ αυτή τη σπαστική ζωντάνια της, με τις διαρκείς ερωτήσεις της και την ανάγκη της για σοβαρές συζητήσεις! Πόσο τον κούραζε που ήταν διαρκώς ανήσυχη, γεμάτη αμφιβολίες για τα πάντα, που ήθελε να κάνει συνέχεια καινούρια πράγματα, που δεν ήξερε να ηρεμεί, που δεν άντεχε να βαριέται!

Έτσι ήταν η Μίνα του, τι να λέμε… Γι’ αυτό δεν την άντεξε, γι’ αυτό έδωσε μια και τα βρόντηξε ένα ωραίο πρωινό, γι’ αυτό τελείωσε άδοξα η σχέση τους. Έναν χρόνο το παλέψανε, δεν ήταν δα και λίγο! Προσπάθησε κι εκείνος, αλλά πόσο πια!

Φυσικά είχε κάνει το σωστό. Η ζωή του με την Άννα ήταν ό,τι ονειρευόταν. Μια ζωή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του, σχεδόν ιδανική. Με την άλλη θα είχε καταλήξει ή στη φυλακή ή στο ψυχιατρείο, το ήξερε αυτό.

Μόνο αναρωτιόταν καμιά φορά πού να ‘ναι. Αν περνάει καλά, αν βρήκε κάποιον που να την αντέχει με τα τόσα κουσούρια της. Ε, καλά, όχι μόνο να την αντέχει. Της άξιζε κάποιος που να την αγαπάει αληθινά. Ήταν αξιαγάπητη η Μίνα του παρά την τρέλα που κουβαλούσε. Ή ίσως και εξαιτίας αυτής…

Ένα βράδυ είχε βγει με κάποιους φίλους από τη δουλειά για ένα ποτό στα γρήγορα. Συνοικιακό μπαρ, περιορισμένη πελατεία, τίποτα ξεχωριστό. Μια βραδιά σαν όλες τις άλλες.

Ξαφνικά, μια μυρωδιά στον αέρα τράβηξε την προσοχή του. Κάτι μακρινό, αλλά και τόσο γνώριμο, μια αίσθηση παράξενη που δεν την είχε ξανανιώσει…

«Το μυρίζετε αυτό;», είπε στους φίλους του. Εκείνοι τον κοιτούσαν καλά – καλά.

«Μπήκε κανείς στο μαγαζί τώρα;», επέμεινε.

«Μια κοπέλα, νομίζω…» είπε ο ένας απορημένα. «Γιατί ρωτάς;»

«Πού πήγε;»

«Ξέρω ‘γω, προς το μπαρ νομίζω. Γιατί, την ξέρεις;»

«Δεν ξέρω, μπορεί.»

Άρχισε να μυρίζει τον χώρο γύρω του σαν λαγωνικό και ταυτόχρονα να εξετάζει με το βλέμμα του έναν- έναν τους θαμώνες του μαγαζιού. Ναι, ήταν σίγουρος. Αυτό το άρωμα, γλυκό και φρουτώδες, σαν ανθισμένη κερασιά, το φορούσε εκείνη. Ήταν το δικό της άρωμα.

Καθισμένη στο μπαρ ήταν μια κοπέλα. Μόνη της, με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό της, έβλεπε μόνο τα μακριά της μαλλιά και το πανωφόρι της.

Με την καρδιά του να τρέμει και την ανάσα του κομμένη, την πλησίασε. Ήταν αυτή; Ήταν δυνατόν να είναι αυτή;

Δεν μπορούσε πια να το ελέγξει. Έπρεπε να της μιλήσει, έπρεπε να καταλάβει αν σ’ εκείνη τη θέση καθόταν η Μίνα του.

«Μίνα…» ψέλλισε πίσω απ’ την πλάτη της.

Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Ανακούφιση. Απογοήτευση. Αμηχανία. Δεν ήταν αυτή.

«Συγγνώμη, σας πέρασα για κάποια άλλη, για μια γνωστή μου, χίλια συγγνώμη…» είπε σχεδόν ψιθυριστά κι έκανε να φύγει, δήθεν βιαστικός.

«Σας εύχομαι την επόμενη φορά να είστε πιο τυχερός», του απάντησε η κοπέλα μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο.

«Πολύ σχετική είναι η τύχη και η ατυχία…», σκέφτηκε καθώς απομακρυνόταν.

Εκείνο το βράδυ την είδε στον ύπνο του. Ήταν πιο όμορφη από ποτέ, γελούσε και τον καλούσε να τρέξει κοντά της. Εκείνος την κοιτούσε από μακριά, ανίκανος να κουνηθεί από τη θέση του κι εκείνη απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου χάθηκε σαν μια κουκίδα στον χάρτη.

Ήταν η τελευταία φορά που την ονειρεύτηκε.

 

_

γράφει η Ζωή Ναούμ 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Ζωή μου , διαβάζοντάς σε , ξέρεις τι κατάλαβα ;;; Ότι , πολλές φορές , όποιος αποζητά το καλύτερο , χαλάει το καλό ( ”Βασιλιάς Ληρ ” Σαίξπηρ ).
    Έτσι είναι ο άνθρωπος , αδηφάγος …

    Καλή αρχή στο νέο σου εγχείρημα !!!
    Σ’ αγαπάμε πολύ , το ξέρεις !!!

    Απάντηση
  2. Fotini Ioannou

    Εξαιρετικο κατα την γνωμη μου .Σου αφήνει μια γλυκα και μια πικρα ταυτόχρονα.Πολυ ζωντανο και απιαστο μαζι .ΜΠΡΑΒΟ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ.!!!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!