Select Page

Το χαμένο κλειδί

Το χαμένο κλειδί

Μιὰ πόρτα, μιὰ καρδιά, κι ἕνα χαμένο κλειδί, θα μποροῦσε, να ἧταν μια ἱστόρια ἀγάπης. Ε! Τι λές; Και πῶς ὄχι, νὰ θὰ ξεκινοῦσε κάπως ἔτσι, μια κοπέλα, ὅμορφη και γλυκιά στην ὅψη μα το κυριότερο ὡραία στὴν ψυχή. Πίσω ἀπό τὴν κλειδωμένη πόρτα της, που θα μποροῦσε κάλλιστα να ἧταν ἡ καρδιά της, ἀναμένει τὸ χτύπημα, ἐκεῖνο το μοιραίο που θα την ὁλοκληρώση γυναίκα. Κρατᾶ το κλειδί, κι περιμένει. Με την καρδιά της να χτυπᾶ ἀθόρυβα κι ν’ ἀναβοσβύνει ἀπλωμένη ἀγάπη.

Ἐν τω μεταξύ, πέρασαν καὶ φύγαν ἀδιάφορα χτυπήματα, κι ἀδιάφορα πρόσωπα, ἀταίριαστα αἰσθήματα, κανένα δεν σ’ ἄγγιξε βαθιά ἀγάπη. Κάποια στιγμή γεμάτη ἀπογοήτευση, ἔβαψες μαύρη τὴν πόρτα σου, καὶ λευκό τὸ παράθυρο, ἀφήνοντας μονάχα μιὰ καρδιά για σημάδι.

Οἱ μέρες γίναν ἵδιες, σαν σὲ ταξίδι δίχως προορισμό. Μέχρι που ἄκουσες ἕνα χτύπο διαφορετικό, στην ἀρχή δεν του ‘δώσες σημασία, ἐκείνος ἐπέμενε. Μετά σου φάνηκε τόσο οἰκείο, εἶχε κάτι ἀπὸ σένα, και σοῦ ξυπνοῦσε μια ἀνεξήγητη χαρά, μιὰ θέληση για ζωή, στὴν συνέχεια το ἔνιωθες ὅλο πιὸ δικό σου, μιλοῦσε κατ’ εὐθείαν στὴν καρδιά, το ἄφηνες νὰ περιμένει, νὰ χτυπᾶ μέχρι να βεβαιωθείς, μέχρι ἡ ἀνασφάλεια σου γίνει ἀνάγκη. Πῆρες την ἀπόφαση νὰ του ἀνοίξεις, νὰ του δοθεῖς ἀπλόχερα, να μπεῖ, ν’ ἀναπληρώσει τὸ κενό, να ἐνώσει τὰ κομμάτια, νὰ σε ὁλόκληρώσει ἀγάπη.

Και καθῶς πήγαινες, ξέχασες τὸ χαμένο κλειδί, ἔψαξες παντοῦ, ἡ ἀπογοήτευση σὲ κυριεύσε, ἐνῶ ἐκεῖνος περίμενε ὑπομονετικά, προοδευτικά ἄρχισε νὰ χτυπᾶ πιο ἀραιά τὴν πόρτα σου, μέχρι που ἀπελπίστηκε καὶ δὲν ξανακούστηκε, κι ἧταν αὐτός ὁ χειρότερος φόβος σου, που ἐπιβεβαιώθηκε. Παραδώθηκες σὲ δάκρυα στεγνά, μέτα θυμήθηκες, πῶς ποτέ σου, δεν κλείδωσες τὴν πόρτα σου, ἧταν μόνο πρόφαση, νὰ σ’ ἀφήνουν ἥσυχη. Ἔτρεξες, την ἄνοιξες, δεν ἧταν κανείς ἐκεί, εἶχε φύγει.

Στὸ κατόπι σου, ἕνα γράμμα μὲ μιὰ μόνο λέξη «Σ’ ἀγαπῶ», λύγισες, τσαλάκωσες τὸ γράμμα στὰ χέρι σου. Δεν εἶχε ἄλλες ἀντοχές, ἔκανες νὰ μπεῖς μέσα, νὰ κλειδώσεις στ’ ἄληθεια τὴν πόρτα σου, μια για πάντα, ἕνα χέρι στον ὥμο σου, σὲ σταμάτησε, την τελευταία στιγμή, ἧταν ἐκεῖνος. Ἧσουν ἐσύ, κι ἦταν ἡ ἱστορία τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Εἶπε ἐκείνη.

_

γράφει ο Οδυσσέας Νασιόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!