Το χαμένο κλειδί

25.09.2017

Μιὰ πόρτα, μιὰ καρδιά, κι ἕνα χαμένο κλειδί, θα μποροῦσε, να ἧταν μια ἱστόρια ἀγάπης. Ε! Τι λές; Και πῶς ὄχι, νὰ θὰ ξεκινοῦσε κάπως ἔτσι, μια κοπέλα, ὅμορφη και γλυκιά στην ὅψη μα το κυριότερο ὡραία στὴν ψυχή. Πίσω ἀπό τὴν κλειδωμένη πόρτα της, που θα μποροῦσε κάλλιστα να ἧταν ἡ καρδιά της, ἀναμένει τὸ χτύπημα, ἐκεῖνο το μοιραίο που θα την ὁλοκληρώση γυναίκα. Κρατᾶ το κλειδί, κι περιμένει. Με την καρδιά της να χτυπᾶ ἀθόρυβα κι ν’ ἀναβοσβύνει ἀπλωμένη ἀγάπη.

Ἐν τω μεταξύ, πέρασαν καὶ φύγαν ἀδιάφορα χτυπήματα, κι ἀδιάφορα πρόσωπα, ἀταίριαστα αἰσθήματα, κανένα δεν σ’ ἄγγιξε βαθιά ἀγάπη. Κάποια στιγμή γεμάτη ἀπογοήτευση, ἔβαψες μαύρη τὴν πόρτα σου, καὶ λευκό τὸ παράθυρο, ἀφήνοντας μονάχα μιὰ καρδιά για σημάδι.

Οἱ μέρες γίναν ἵδιες, σαν σὲ ταξίδι δίχως προορισμό. Μέχρι που ἄκουσες ἕνα χτύπο διαφορετικό, στην ἀρχή δεν του ‘δώσες σημασία, ἐκείνος ἐπέμενε. Μετά σου φάνηκε τόσο οἰκείο, εἶχε κάτι ἀπὸ σένα, και σοῦ ξυπνοῦσε μια ἀνεξήγητη χαρά, μιὰ θέληση για ζωή, στὴν συνέχεια το ἔνιωθες ὅλο πιὸ δικό σου, μιλοῦσε κατ’ εὐθείαν στὴν καρδιά, το ἄφηνες νὰ περιμένει, νὰ χτυπᾶ μέχρι να βεβαιωθείς, μέχρι ἡ ἀνασφάλεια σου γίνει ἀνάγκη. Πῆρες την ἀπόφαση νὰ του ἀνοίξεις, νὰ του δοθεῖς ἀπλόχερα, να μπεῖ, ν’ ἀναπληρώσει τὸ κενό, να ἐνώσει τὰ κομμάτια, νὰ σε ὁλόκληρώσει ἀγάπη.

Και καθῶς πήγαινες, ξέχασες τὸ χαμένο κλειδί, ἔψαξες παντοῦ, ἡ ἀπογοήτευση σὲ κυριεύσε, ἐνῶ ἐκεῖνος περίμενε ὑπομονετικά, προοδευτικά ἄρχισε νὰ χτυπᾶ πιο ἀραιά τὴν πόρτα σου, μέχρι που ἀπελπίστηκε καὶ δὲν ξανακούστηκε, κι ἧταν αὐτός ὁ χειρότερος φόβος σου, που ἐπιβεβαιώθηκε. Παραδώθηκες σὲ δάκρυα στεγνά, μέτα θυμήθηκες, πῶς ποτέ σου, δεν κλείδωσες τὴν πόρτα σου, ἧταν μόνο πρόφαση, νὰ σ’ ἀφήνουν ἥσυχη. Ἔτρεξες, την ἄνοιξες, δεν ἧταν κανείς ἐκεί, εἶχε φύγει.

Στὸ κατόπι σου, ἕνα γράμμα μὲ μιὰ μόνο λέξη «Σ’ ἀγαπῶ», λύγισες, τσαλάκωσες τὸ γράμμα στὰ χέρι σου. Δεν εἶχε ἄλλες ἀντοχές, ἔκανες νὰ μπεῖς μέσα, νὰ κλειδώσεις στ’ ἄληθεια τὴν πόρτα σου, μια για πάντα, ἕνα χέρι στον ὥμο σου, σὲ σταμάτησε, την τελευταία στιγμή, ἧταν ἐκεῖνος. Ἧσουν ἐσύ, κι ἦταν ἡ ἱστορία τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Εἶπε ἐκείνη.

_

γράφει ο Οδυσσέας Νασιόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου