Το όραμα

26.02.2020

Έξυσε την κοιλιά του. Δεν ήταν σε μεγάλα κέφια. Λίγα λεπτά πριν τον είχε παρατήσει η γυναίκα του. Η Μάρθα δεν ήταν μόνο η σύζυγος του με την τυπική έννοια του όρου, ήταν παράλληλα και φύλακας άγγελός του. Ποτέ δεν τον είχε αφήσει μόνον του πάνω από μια ώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ποτέ δεν του είχε αντιμιλήσει, ποτέ δεν τον είχε στεναχωρήσει, ποτέ δεν του είχε ζητήσει κάτι παραπάνω από αυτό που εκείνος μπορούσε να της προσφέρει. Πάντα παρούσα στις εύκολες, που ήταν λίγες και στις δύσκολες, που ήταν οι περισσότερες, στιγμές. Κυματοθραύστης που απορροφούσε όλες τις φουρτούνες.

Και εκείνος στον κόσμο του. Κάθε φορά που σωζόταν νόμιζε ότι ήταν θέλημα Θεού. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήταν θέλημα Θεού, αλλά θέλημα Μάρθας. Είχε κολλήσει στη θρησκεία και δεν έλεγε να ξεκολλήσει με τίποτα. Κάθε μέρα με την Πειραϊκή Εκκλησία στο ραδιόφωνο του να ψέλνει τα τροπάρια και τα ευαγγέλια κρατώντας το λιβανιστήρι ξορκίζοντας έτσι τον άγνωστο δαίμονα που ήθελε να κάνει κατάληψη στο σπίτι του. Κάθε Κυριακή στην εκκλησία για την απαραίτητη Θεία Κοινωνία, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Κάθε παραμονή εορτής ολονυκτία στους ναούς. Κολλητιλίκια με τους παπάδες και τους διάκους και τους καντηλανάφτες και τους ψάλτες. Πού τον έβρισκες πού τον έχανες στη Μητρόπολη. Όλη την ημέρα έπινε τέιον και συζητούσε για το μεγαλείο του Θεού με τους παπάδες. Και η Μάρθα να δουλεύει από το πρωί μέχρι το απόγευμα σε πολυεθνική εταιρεία, όχι μόνο γιατί της άρεσε αλλά και γιατί δεν ήθελε να αφεθεί στο μεγαλείο του Θεού, ελπίζοντας στην εύνοια Του.

Σε κάθε δυσκολία έλεγε: «Έχει ο Θεός και για μας» και χανόταν μέσα στην θρησκευτική αποχαύνωσή του. Και η Μάρθα που πίστευε στον Θεό, αλλά πίστευε και στην προσπάθεια του ανθρώπου τον κοιτούσε και κούναγε απογοητευμένη το κεφάλι της. Κα έλυνε όλα τα προβλήματα. Αυτή πήγαινε το πρωί τα παιδιά στο σχολείο, αυτή πήγαινε το απόγευμα τον Μάκη, τον γιο τους, στο κολυμβητήριο, και μετά την Μαρία στο μπαλέτο. Αυτή έκανε τα ψώνια, αυτή σιδέρωνε, έπλενε, μαγείρευε, καθάριζε το σπίτι. Όλα αυτή. Και ο Ματθαίος όταν δεν μίλαγε για τη σωτηρία της ψυχής και για κεριά και για λιβάνια έξυνε μονίμως κάποιο μέρος του σώματος του. Μακάριος μέσα στην μακαριότητα του.

Πριν παντρευτούν ο Ματθαίος ήταν ένας γνήσιος αλητάμπουρας. Όχι όμως με την κακή έννοια. Του άρεσε το ξενύχτι, του άρεσε το τσιγάρο, καμία φορά και τα πιο βαριά, του άρεσε το ποτό, η διασκέδαση. Έπαιρνε πρωτοβουλίες, καθάριζε στο άψε σβήσε τα προβλήματα που προκύπταν. Δεν είχε μπει ποτέ στη διαδικασία να σκεφτεί θεούς και σατανάδες. Ήταν ένα απλό λαϊκό παιδί μεγαλωμένο στις γειτονίες της Παλαιάς Κοκκινιάς. Έτσι τον είχε γνωρίσει, έτσι τον είχε ερωτευτεί, έτσι τον είχε παντρευτεί.

Ώσπου μια μέρα των ημερών (παντρεμένοι πέντε χρόνια και έχοντας αποκτήσει τα δύο τους παιδιά) ο Ματθαίος έμεινε στα ξαφνικά παράλυτος. Δούλευε σε οικοδομή και την ώρα που καλούπωνε έμεινε εκεί, χωρίς να μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Οι συνάδελφοί του τον πήγαν στον γιατρό. Ξεκίνησαν οι εξετάσεις. Γιατροί, παραγιατροί, φυσιοθεραπευτές.

Το πρόβλημα του ήταν νευρολογικής φύσης. Ο νευροχειρουργός, ο τελευταίος της λίστας από τους γιατρούς τους οποίους είχαν επισκεφτεί, τους είχε πει ότι υπήρχε πιθανότητα να μην περπατήσει ξανά όπως υπήρχε ισομερώς η πιθανότητα να περπατήσει σε άσχετη στιγμή. Ήταν θέμα αντίστασης των νεύρων, τους είχε πει.

Η Μάρθα δεν απογοητεύτηκε ούτε για μια στιγμή. Ήταν μαχήτρια κι ο Ματθαίος έχριζε υποστήριξης (έτσι ψυχικά και σωματικά καθηλωμένος) και ήταν σίγουρη ότι κάποια στιγμή, σύντομα. θα ξεπερνούσαν κι αυτόν τον σκόπελο που τους είχε βάλει μπροστά τους η ζωή. Εκείνη την εποχή η Μάρθα άρχισε να κάνει δύο δουλειές. Μια την πρωινή, στην πολυεθνική και μια απογευματινή σαν υπεύθυνη ταμείου σε ακριβό, πολύ ακριβό για την τσέπη του μέσου πολίτη, εστιατόριο του Κολωνακίου. Τα υπέμενε όλα αυτά με ιώβεια υπομονή. Και ο Ματθαίος το μόνο που έκανε ήταν να γκρινιάζει για το κάθε τι σαν μικρό παιδάκι.

Μια υπέροχη πρωινή ημέρα ο Ματθαίος στάθηκε ξανά στα πόδια του. Μέρα γιορτής για όλους μέσα στο σπίτι. Η Μάρθα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνη την ημέρα θα ξεκίναγε ο Γολγοθάς για εκείνη. Ο Ματθαίος είχε δει στον ύπνο του τον αρχάγγελο Μιχαήλ και μάλιστα είχε συνομιλήσει μαζί του. Ο αρχάγγελος του είχε πει: «Θέλεις να σε πάρω μαζί μου στον άλλο κόσμο;» «Όχι!» του είχε απαντήσει. Τότε ο Αρχάγγελος βγάζοντας την χαντζάρα του από τη θήκη του είπε: «Έχεις απομακρυνθεί από το δρόμο του Θεού». «Και τι μπορώ να κάνω για αυτό;» τον είχε ρωτήσει. «Μα να μπεις πάλι στον ίσιο δρόμο». «Θα το κάνω» είχε αποκριθεί τρομαγμένος. «Θα σου δώσω πάλι το δικαίωμα να περπατάς, ώστε να μπορείς να δοξάζεις το μεγαλείο τού Θεού σου» του είχε πει και συμπληρώνοντας, «Δοκιμαστικά» είχε εξαφανιστεί από το όνειρό του. Ο Ματθαίος ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. Πήγε να σηκωθεί και… το θαύμα είχε γίνει. Είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του.

Από εκείνη λοιπόν τη μέρα ο Ματθαίος ξεκίνησε τους δεσμούς του με την εκκλησία και τα δρώμενα της, από εκείνη τη μέρα άρχισε η αντίστροφη μέτρηση στην σχέση τους, από εκείνη την μέρα χώρισε την Μάρθα και παντρεύτηκε τον Θεό.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η ανακοίνωση του Ματθαίου ότι θα πήγαινε να μονάσει στο Άγιο Όρος. Ήταν το αποτέλεσμα ακόμη ενός οράματος που είχε δει αυτή την φορά με πρωταγωνιστή τον μοναχό Βησσαρίωνα. Η Μάρθα δεν μίλησε. Μάζεψε γρήγορα σε μια βαλίτσα τα ρούχα της, πήρε τα παιδιά της και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Και ερχόμαστε στην αρχή της ιστορίας που ο Ματθαίος ξύνει την κοιλιά του και στη συνέχεια  κρατώντας το κομποσκοίνι μουρμουρίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με!»

_

γράφει ο Άγγελος Χαριάτης

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Κέρδισέ το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Πέρσα – Στέφανος

Πέρσα – Στέφανος

Όταν γνώρισα την Πέρσα ήμουνα πολύ νέος, ίσως πολύ νεώτερος απ’ αυτήν, αλλά με τις γυναίκες ποτέ δεν ξέρεις. Μόλις είχα τελειώσει τις Πανεπιστημιακές μου σπουδές και μιας και δεν γινόταν καν λόγος για μεταπτυχιακές στο εξωτερικό, λόγω οικονομικής αδυναμίας, (σημ. στην...

ΕΝ ΠΤΗΣΕΙ

ΕΝ ΠΤΗΣΕΙ

Μού αρέσουν τα ταξίδια, δεν λέω, αλλά αυτά που διαρκούν πολλές ώρες με κουράζουν, με πιάνει μια περίεργη μα την αλήθεια πλήξη, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Ιδίως με το αεροπλάνο, με εκείνη την αίσθηση την απόκοσμη ότι πετώ σαν πουλί, μα πουλί δεν είμαι,...

Ο Στέφανος Μακρής επιστρέφει

Ο Στέφανος Μακρής επιστρέφει

Έ όχι. Είπαμε να αγαπάμε τις γυναίκες, να τις σεβόμαστε, να τις θεωρούμε απολύτως ισότιμες και ισάξιες, κανέναν ρατσισμό επί του προκειμένου, αλλά να μάς πάρουν και τα κεκτημένα όχι, πάει πολύ. ΟΡΙΣΤΕ.Η σεβαστή φίλη και πρώην βοηθός μου μπήκε στην αιωνιότητα με το...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου