Χαρακιά

28.05.2017

Χαρακιά, του Θάνου Λουτριώτη

Τα φρένα στρίγγλισαν παρατεταμένα. Ο ήχος τους, μια απόκοσμη μεταλλική κραυγή, σκόρπισε παντού στο αέρα της σήραγγας. Ήταν η προτελευταία στάση του δρομολογίου και ο συρμός ακολουθούσε ευλαβικά το συνηθισμένο πρωτόκολλο προσέγγισης στο σταθμό.

Είχα καιρό, για την ακρίβεια χρόνια, να χρησιμοποιήσω το μετρό. Κατά έναν παράδοξο τρόπο δε με εξυπηρετούσε πια στις καθημερινές, κυρίως επαγγελματικές, μετακινήσεις. Από την άλλη, κάπου μέσα μου είχα παραβολευτεί με το αυτοκίνητο. Προσφέρει μια ασφάλεια και μια ιδιωτικότητα που δεν είναι εύκολο να την αρνηθείς. Όμως το πρωινό εκείνης της Τετάρτης, δεν υπήρχε ως διαθέσιμη επιλογή. Είχε ξεμείνει στο συνεργείο κι εγώ έπρεπε να βρω έναν άλλον τρόπο να φθάσω στη δουλειά.

Το μισοάδειο βαγόνι ακινητοποιήθηκε μετά από δύο πρόσκαιρα τινάγματα. Στεκόμουν στη μέση του γαντζωμένος στον στύλο με το ένα χέρι, την ώρα που το άλλο περιδιάβαινε άσκοπα τα μενού του κινητού. Δεν ξέρω γιατί αλλά κοίταξα προς την πόρτα όταν την άκουσα να ανοίγει. Μου φάνηκε παράξενο επειδή δε θυμάμαι να το είχα κάνει καμία από τις δέκα συνεχόμενες φορές που είχαν προηγηθεί.  Μάλλον ήταν τυχαίο ή έστω το ανάξιο αντίδοτο της πλήξης ενός βαριεστημένου και λίγο υπεροπτικού επιβάτη. Η σκηνή που ακολούθησε, δεν ήταν καθόλου πρωτότυπη. Κάποιοι αποβιβάστηκαν και άλλοι, περίπου οι διπλάσιοι, πήραν τις θέσεις τους μειώνοντας δραστικά τον ωφέλιμο χώρο μεταξύ των καθισμάτων.

Έκανα να σκύψω και πάλι στην οθόνη μα κάτι απροσδιόριστο με κράτησε. Το μάτι μου βάλθηκε να τριγυρίζει δεξιά κι αριστερά σε μια παράλογη αναζήτηση, δίχως συγκεκριμένο αντικείμενο. Τελικά, σταθεροποιήθηκε πάνω απ’ τον ώμο ενός ηλικιωμένου κυρίου με χοντρό παλτό και παλιομοδίτικη, καρό τραγιάσκα.

Είδα ένα πρόσωπο, γυναικείο. Όμορφο, ναι αλλά όχι με την έννοια του προκλητικού. Με μεγάλα μάτια, με μαύρα ίσια μαλλιά που έπεφταν πάνω σ’ έναν εύθραυστο λαιμό. Μου ήρθε μια λέξη. Αλαβάστρινο θα τον έλεγαν παλιά αλλά αυτές οι εποχές έχουν περάσει και η αίγλη τους έχει χαθεί. Υπολόγισα τα χρόνια της. Είκοσι πέντε,  είκοσι οκτώ, σίγουρα κάτω από τριάντα. Μόλις που είχε καταφέρει να ανέβει. Της αναλογούσαν ελάχιστα εκατοστά από εκείνο το κοινόχρηστο δάπεδο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στις ράγες. Δίπλα στην πόρτα, πλάι στο τζάμι, μπροστά στο επερχόμενο κενό για το οποίο προειδοποιούσε το αυτοκόλλητο με τη σήμανση στο λάθος βήμα. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο χαμηλά, δεμένο σ’ ένα και μοναδικό σημείο. Καμία παρέκκλιση, καμία ατασθαλία, μόνον εκεί. Σαν προέκταση της σκέψης. Αυτής που μερικές φορές πετάγεται έξω απ’ το μυαλό και σακατεύει τον απέναντι. Απότομα, αδυσώπητα, δίχως έλεος.

Μας χώριζε μια ανάσα με όσα όρθια κορμιά χωρούσε. Άκουσα το τηλέφωνό της να χτυπάει. Η κίνηση που έκανε να το βγάλει απ’ την τσάντα μ’ έφερε απέναντι στο δεξί της μάγουλο. Αισθάνθηκα ένα σφίξιμο. Όλα είχαν αλλάξει. Όλα είχαν χαθεί για μερικά μέτρα γύρω μου. Έμενε μόνο η ατέλεια, η χαρακιά ακριβώς εκεί που ζωγραφίζονται τα χαμόγελα, η ανεξίτηλη μνήμη. Μια αχρείαστη γραμμή στο καθαρό της δέρμα. Γεμάτη φόβο, δάκρυ, οργή και θλίψη. Μπορεί να μην είναι αυτό που νομίζεις, είπα στον εαυτό μου. Μπορεί να κάνεις λάθος. Ένα ατύχημα, μια επιπλοκή από κάποια μικροεπέμβαση, ίσως θα μπορούσαν να δείχνουν έτσι. Το πάλεψα. Με εγωισμό και αυθάδεια έψαξα το άλλοθι. Εκείνο που θα βοηθούσε εμένα να νιώσω καλύτερα. Να απαλλαγώ απ’ την ιδέα πως υπήρχε κάποιος, ίσως ένας άλλος άνδρας, που της είχε κάνει αυτό το πράγμα. Ήταν μάταιο. Δε γίνεται να παρακάμψεις ένα πτυχίο ιατρικής και κάμποσα χρόνια εξειδίκευσης μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.

Έμεινα να την κοιτάζω. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν κατάφερα να αποστρέψω τη δική μου. Δε μου έκανε τη χάρη να με απαλλάξει απ’ τη δική της. Έτσι απλά πέταξε πάνω μου όλες τις ενοχές, όλη την αδικία που είχε ζήσει. Ήσυχα, βουβά, χωρίς εξηγήσεις. Λες και της χρωστούσα. Εγώ και όλοι οι άλλοι μαζί εκεί μέσα. Σ’ εκείνο το βαγόνι, ανάμεσα σε δυο στάσεις. Στο μετρό που είχα χρόνια να μπω. Που δεν έχει ασφάλεια ούτε ιδιωτικότητα. Όπως η ζωή…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου