Select Page

Ψάρια είδα στον ύπνο μου, λαχτάρα θα πάρω

Ψάρια είδα στον ύπνο μου, λαχτάρα θα πάρω

Το μαχαίρι έγδερνε νευρικά το σώμα του ψαριού και τα λέπια πετάγονταν άτακτα σε όλο το χώρο. Δεκάρα δεν έδινε η κυρά Καλή ούτε για το ψάρι, ούτε για την καθαριότητα. Μηχανικά γίνονταν οι κινήσεις της που άφηναν τις σκέψεις, σαν τα λέπια κι αυτές, να ξεκολλούν  από τη μνήμη και να ακουμπούν σε ενθύμια αγαπημένα. Πίσω από το τραβηγμένο κουρτινάκι της κουζίνας, η ματιά της γλιστρούσε σε μια ψάθινη καλαθούνα, σε μια  μπλε νιτσεράδα και σ’ ένα ζευγάρι μαύρες γαλότσες, όλα σύνεργα  της δουλειάς του συγχωρεμένου του άντρα της.

Από το ίδιο παράθυρο κάποτε, τον κοιτούσε να επιστρέφει αξημέρωτα στο σπίτι όταν γύριζε από το ψάρεμα. Πλενόταν στην γούρνα της αυλής, φορούσε καθαρή αλλαξιά κι έπειτα κάθονταν οι δυο τους στην αυλή, κάτω από την κρεβατίνα με τους λαχταριστούς σιδερίτες και πίνοντας τα καφεδάκια τους έπιαναν  κουβέντα για τα απλά, τα καθημερινά. Περνούσαν έτσι κάμποση ώρα και μετά ο καθένας καταπιανόταν με τις δικές του δουλειές. Εκείνη πάστρευε το σπίτι και τις αυλές κι εκείνος περιποιόταν το μικρό τους μποστάνι, καθάριζε τα ψάρια κι  άναβε την ψησταριά. Ίδια ιεροτελεστία χειμώνα καλοκαίρι, αφού το ψάρι δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι τους. Μόνο ψάρια ήθελε να τρώει ο συγχωρεμένος κάθε μέρα, μέχρι που στο τέλος τον έφαγαν εκείνα. Πάνω σ’ ένα φαγοπότι ένα κόκκαλο τού κάθισε στο λαιμό και ταξίδεψε σ’ ένα ταξίδι αγύριστο. Από τότε είχε να φάει ψάρι η κυρά Καλή και καθετί που έβγαινε από τη θάλασσα το είχε εξορίσει από την κουζίνα της, λες κι έριχνε αλάτι πάνω στην ανοιχτή πληγή της και την έτσουζε.

Πού και πού, έριχνε κλεφτές ματιές από το παράθυρο μην τύχει και φανεί το παλικάρι της ο Αλεξανδρής που, ήρθε πρωί πρωί, της άφησε τρεις τσιπούρες και ξανακατέβηκε στο λιμάνι να πουλήσει τις υπόλοιπες. Ήταν η πρώτη του ψαριά από τη στιγμή που επέστρεψε, από την πόλη στην οποία σπούδαζε, για τις καλοκαιρινές του διακοπές στο νησί  και αποφάσισε να καταπιαστεί με την ψαρότρατα του πατέρα του  για να βγάζει τα έξοδα των σπουδών του. Για χάρη του και μόνο εκείνη την ημέρα, η κυρά Καλή έκανε την καρδιά της πέτρα κι ας πονούσε.

Όταν τελείωσε το καθάρισμα, βγήκε στην αυλή και άναψε  την ψησταριά. Τα ψάρια ολόφρεσκα, λαχταριστά, τοποθετήθηκαν προσεκτικά  πάνω στην πυρακτωμένη σχάρα κι η μυρωδιά τους τύλιγε την ατμόσφαιρα με θάλασσα και ιώδιο. Ψημένα πια, τα έβαλε σε μια πορσελάνινη σκαλιστή πιατέλα, ζωγραφισμένη με μπλε και λιλά λουλουδάκια και τα άφησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, σκεπασμένα μ’ ένα  λευκό τούλι.

Ήταν κουρασμένη. Ο πόνος που την έπιανε συχνά στα κόκκαλα είχε γίνει αφόρητος.  Με το ένα χέρι να κρατάει τη μέση της έκανε μια γύρα στο σπίτι, έκλεισε  πόρτες και παράθυρα και  ξάπλωσε αποκαμωμένη στο κρεβάτι. Ο ύπνος ήρθε αθόρυβα και μέσα από τα άχρονα μονοπάτια του την οδήγησε στον αγαπημένο της σύζυγο. Λαχτάρισε σαν τον είδε, όμορφο, γεροδεμένο, μ’ ένα χαμόγελο φωτεινό σαν τον ήλιο κάτω από τα παχιά του μουστάκια κι έτρεξε κοντά του με απλωμένα χέρια. Δεν πρόλαβε να τον αγκαλιάσει, να τον χαρεί, να πει δυο κουβέντες μαζί του, δυο ψάρια ολοζώντανα μπήκαν ανάμεσά τους και τους  χώρισαν. Έλεγαν λόγια ακατάληπτα. Γελούσαν και χόρευαν κι ύστερα τον τύλιξαν με τα πτερύγιά τους και τον παρέσυραν μαζί τους στο βυθό.

Ξύπνησε απότομα όταν άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει και το βαρύ πάτημα του Αλεξανδρή πάνω στις ξύλινες σανίδες. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να σταυροκοπιέται. «Ψάρια είδα στον ύπνο μου, λαχτάρα θα πάρω» μονολόγησε. Έστρωσε βιαστικά τα μαλλιά με τα χέρια και πήγε γρήγορα στην κουζίνα. Η ματιά της έπεσε κατευθείαν στο τραπέζι  με  την άδεια πιατέλα και το πεταμένο τούλι  στο πάτωμα. Με βλέμμα ανήσυχο κοίταξε τριγύρω κι όταν βεβαιώθηκε πως  τα πορτοπαράθυρα ήταν σφαλιστά, ο νους της στράφηκε σ’ ένα  υπερφυσικό σενάριο, όπως έκανε κάθε φορά που δεν μπορούσε να εξηγήσει κάτι με τη λογική.

«Τι λες μάνα!  Αν είναι δυνατόν να πιστεύεις σε τέτοια πράγματα! Άκου ήρθε η ψυχή του πατέρα και τα έφαγε!» της φώναζε το αγόρι και με ένα θυμωμένο χτύπημα στην κάσα της πόρτας, που τράνταξε όλο το σπίτι, γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο κι έλεγχε πόρτες και παράθυρα.

Πράγματι, όλα ήταν κλειστά όπως τον είχε διαβεβαιώσει, εκτός από το παράθυρο της κουζίνας που πίσω από το κουρτινάκι του έχασκε μισάνοιχτο. Έτοιμος ήταν να της το φωνάξει και να ανατρέψει τις έμμονες ιδέες της αλλά συγκρατήθηκε στη θέα της Τιτίκας, της γάτας του, που καθόταν στην αυλή και με την τραχιά της γλώσσα έγλειφε την τεράστια κοιλιά της. Τα λαγγεμένα μάτια της  μαρτυρούσαν ηδονή.  Ο υπόκωφος ήχος που σιγόβραζε στο σώμα της και το γαλαντόμο γουργουρητό της δήλωναν ευδαιμονία. Τα  διάβασε καλά αυτά τα σημάδια και βεβαιώθηκε πως  δεν ήταν απλά χορτασμένη αλλά κι ευχαριστημένη μετά από λουκούλλειο γεύμα. Γύρισε, κοίταξε τη μητέρα του που έκλαιγε και βρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμονος. Να της πει την αλήθεια  ή να την αφήνει να πλέει στην ονειροφαντασία της;

Το πρώτο σενάριο το απέκλεισε διότι φοβήθηκε για την τύχη της Τιτίκας. Η κυρά Καλή  ποτέ δεν  την είδε με καλό μάτι. Τις γάτες τις μισούσε. Για χάρη του όμως την ανεχόταν, θέτοντάς  της  τον απαράβατο όρο να μην περνάει το κατώφλι  του σπιτιού. Ένα λάστιχο ποτίσματος, απλωμένο σε όλο το μήκος της αυλής, της υπενθύμιζε τι την περίμενε αν έκανε του κεφαλιού της. Περιοριστικός όρος σε γάτα. Αυτό κι αν ήταν ουτοπία! Η αλήθεια είναι πως τα ζωντανό έδειχνε αυτοσυγκράτηση αλλά η μυρωδιά των φρεσκοψημένων ψαριών ήταν επόμενο να της ξυπνήσει  αρχέγονα ένστικτα.

Το παλικάρι απέρριψε αμέσως και το δεύτερο σενάριο, έπρεπε όμως να βρει μια λύση που θα εξασφάλιζε την ψυχική ηρεμία της γυναίκας και τη σωματική ακεραιότητα της γάτας. Μέσα στην ανεμοδούρα του, αναθυμήθηκε ένα περιστατικό από τα παιδικάτα του, όταν ήταν ακόμη σχολιαρούδι. Κρατούσε το χέρι της μάνας του και περνούσαν από την προβλήτα, όταν από μακριά διέκρινε τη φιγούρα του πατέρα του πάνω στην ψαρότρατα να επιστρέφει από το πέλαγο. Λίγο πριν πιάσει λιμάνι και ρίξει το σχοινί στη δέστρα, τον είδαν να κάθεται με στιβαρή κορμοστασιά στην πλώρη και  να πετάει  μικρά ψαράκια στις αμέτρητες γάτες,  που περίμεναν με λαχτάρα να πάρουν το συνηθισμένο, πρωινό τους μεζεδάκι.  Έπεσαν με τα μούτρα οι άμοιρες πάνω στους θαλασσινούς μεζέδες  κι όταν χόρτασαν, σκόρπισαν αφήνοντας μια μικρή γκριζωπή γατούλα να τρίβεται στα πόδια του Αλεξανδρή.  Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και ζητούσε επίμονα να την πάρει στο σπίτι. Παρά τις αντιρρήσεις της μάνας του έγινε το δικό του. Τη φώναζε Τιτίκα και από τότε έγιναν αχώριστοι. Έφευγε από το νησί για τις σπουδές του κι επέστρεφε με τη γάτα παραμάσχαλα και η κυρά Καλή που τον περίμενε πώς και πώς, μόλις έβλεπε τον βελζεβούλη, έτσι αποκαλούσε τη γάτα,  στην αγκαλιά του μοναχογιού της γύριζε το μάτι της ανάποδα.

«Μάνα, εγώ  έδωσα τα ψάρια  στην Τιτίκα. Το ίδιο δε θα έκανε κι ο πατέρας αν ζούσε; Θυμάσαι πόσο την αγαπούσε; Ξέχασα, βλέπεις, να σου πω να μην τα ψήσεις. Ο φίλος μου ο Φώντας, έβγαλε σήμερα από τη θάλασσα κάτι σαλάχια σπαρταριστά και σε σκέφτηκα. Πήγαινε να ντυθείς. Θα πάμε στην ταβέρνα του να φάμε.»Αυτά της είπε και  ανέλαβε όλη την ευθύνη.

Εκείνη μόλις άκουσε πως οι λαχταριστές τσιπούρες, που καθάρισε με τα χεράκια της κι έψησε με πόνο στη μέση, έγιναν γεύμα για τον βελζεβούλη, άλλαξε δέκα χρώματα. Λύγισαν τα γόνατά της και κάθισε σε μια καρέκλα. «Το όνειρο βγήκε αληθινό. Ψάρια είδα στον ύπνο μου, λαχτάρα πήρα» έλεγε με ξέπνοη φωνή κι έκανε αέρα με τα χέρια, ενώ ο Αλεξανδρής  τής έριχνε  νερό στο πρόσωπο. Μισή ώρα έκανε να έρθει στα συγκαλά της και όταν ηρέμησε  λίγο, σηκώθηκε με κάτωχρη όψη κι ετοιμάστηκε. Όταν βγήκαν από το σπίτι, η Τιτίκα συνέχιζε την ατελεύτητη πάστρα της κι η γυναίκα, τάχα μου κατά λάθος, της πάτησε την ουρά. Αμέσως, δυο οργίλα βλέμματα διασταυρώθηκαν σαν διάπυρα ξίφη και τσουρούφλισαν τον Αλεξανδρή που βρέθηκε ανάμεσα. Τις κοίταξε και τις δυο προσεκτικά. Το βλέμμα της Τιτίκας έκρυβε και μια ικανοποίηση. Της μάνας του, μια προειδοποίηση: «Δε θα μου τη γλιτώσεις βελζεβούλη. Τη λαχτάρα που μου έδωσες, θα την πληρώσεις.»

Η γάτα, λες κι έδωσε τόπο στην οργή, αργοσάλεψε και  βαριά βαριά πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στις γαλότσες πάνω στη βεράντα. Τα μισόκλειστά της βλέφαρα μαρτυρούσαν τη χαύνωση στην οποία είχε περιέλθει κι άφηναν δυο γκρίζες σχισμές να κοιτούν με επιμονή τη γυναίκα που είχε μείνει σαν στήλη άλατος να τα παρατηρεί. Γνώριμα της φάνηκαν. Ήταν τα ίδια γκρίζα μάτια που κάποτε, όταν την κοιτούσαν, διάβαζε μέσα τους όλα όσα είχαν να της πουν. Φλύαρα κι αυτά ξεχείλιζαν από λόγια ανείπωτα, έτσι της φάνηκε. Πλησίασε και άπλωσε το χέρι της πάνω στη βελούδινη γούνα της γάτας που δέχτηκε νωχελικά το χάδι και δεν αντέδρασε, αφού η βαρυστομαχιά την καθήλωσε σε υποταγή.

«Τι έπαθες μάνα;» τη ρώτησε ο Αλεξανδρής, όταν παρατήρησε  τη φευγάτη ματιά της κι έγινε μάρτυρας μιας πρωτόγνωρης εικόνας τρυφερότητας ανάμεσα στα δυο θηλυκά.

Έτοιμη ήταν να του πει τις σκέψεις της αλλά σαν είδε το βλοσυρό του βλέμμα, άλλαξε γνώμη. Έβαλε το κεφάλι κάτω και βγήκε από την αυλή, με τη βεβαιότητα  πως εκείνα τα μάτια κάτι ήθελαν να της πουν.

Ο Αλεξανδρής ήταν πια σίγουρος, πως ο νους της βάδιζε σε νοσηρά μονοπάτια που θα τους οδηγούσαν σε περιπέτειες κι από τα οποία μόνο η Τιτίκα έμελλε να βγει κερδισμένη.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος