Άσε με να πορεύομαι όπως εγώ το θέλω,
με το κεφάλι μου ψηλά, κοιτώντας τ’ άστρα
κι ας είναι οι πατούσες μου γυμνές και ματωμένες
από αγκάθια και γυαλιά στο δρόμο σκορπισμένα.

Όσο το αίμα είναι ζεστό και καθαρό κυλάει
μέσα στις φλέβες, μέσα στο μυαλό, 
μη με φοβάσαι, θα γελώ σε κάθε βήμα
κι ας με τρυπάει ο πόνος, ας φτάνει στην καρδιά.

Να ανησυχήσεις μόνο, το βλέμμα μου αν δεις θολό
και το κεφάλι μου γυρτό να προσκυνάει
σαν ηλιοτρόπιο που βάρυνε γεμάτο από καρπό
κι άλλο τον ήλιο να κοιτά δεν το αντέχει.

Τότε, αν έχεις μέσα σου αγάπη μια σταλιά
έλα και πιάσε μου σφιχτά το χέρι,
μ’ ένα χαμόγελο, στο φως ανάστησε με
κι ανάσα δώρισε μου απ’ τα ζεστά σου χείλη.

Γιατί, ο θάνατος, γλυκά φιλά κι αυτός
και τους ανόητους που τον περιγελούν
ξέρει και τους πλανεύει μυστικά,
με ψέματα και με γητειές τους κολακεύει.

 

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου