Ένα παράθυρο ανοίγει διάπλατα στην άνοιξη

για να ξανακλείσει αθόρυβα σε μιαν ύποπτη σιωπή

την ώρα που με επίσημο ρυθμό

χτυπούν δυνατά τα φτερά της αιωνιότητας στο κάστρο.

Φλόγες στους χτιστούς φανοστάτες του ναού

στην παρουσία της μεθυσμένης απ’ τα φώτα πόλης

ο μεγάλος δρόμος κάτω από τα καινούρια άστρα δικός σου.

Μάτια βελούδα. Μεταξένια φιλιά. Δάκρυα, μετά τη βροχή.

Στο βλέμμα ξαναγεννιέται ο έρωτας.

Πάνω στις στέγες τρέχουν ίσκιοι, παλιοί αντίλαλοι,

μιας μάγισσας χειροτεχνία απόψε οι σκουριές

μύθοι και ψίθυροι στο ίδιο παράθυρο

ποια μυστικά κρατάς στην καρδιά.

Μισάνοιξες τα χείλη, μα δε μίλησες.

Περιμένοντας την έκπληξη στο όνειρο

ήρθε στο νου το τραγούδι της ερήμου

και το κάλεσμα της μακρινής πολιτείας του Νότου επίμονο.

Είχες λησμονήσει την παρουσία μου εδώ

οι λεμονανθοί στα χέρια και οι αναμνήσεις της αθωότητας

χαρακιές στην ψυχή

τα φεγγάρια ζουν ακόμη στην αφή σου.

Μέχρι το φως να αγαπήσει τις πληγές

και η νοσταλγία να ξεγελάσει την αδέσποτη θλίψη

Αύριο... όταν θα έχεις σωθεί από τον εαυτό σου

άσυλο η μνήμη του Έρωτα.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!