alone_b

Έχει η αγάπη όρια;
Αυτή ήταν η ερώτηση που ταλαιπωρούσε τον Οδυσσέα από τότε που ήτανε μικρός. Μικρός κι ονειροπόλος. Και τον ταλαιπωρούσε ακόμη και σήμερα. Τώρα που είχε πάψει πλέον ο κόσμος να τον φωνάζει σκέτο Οδυσσέα κι έβαζε πριν από το όνομα του κι ένα κύριε.
Γίνεται να βάλεις όρια στην αγάπη; Και να πεις εγώ θα αγαπάω τόσο!
Γίνεται να της βάλεις λουράκι της αγάπης σαν να είναι σκύλος; Και να την αμολάς ή να τη μαζεύεις κάθε που σου κάνει κέφι;
Εκείνος πάντως κι όταν ακόμη η μάνα του τον φώναζε "Δυσσέα μου" κι είχε μαζέψει ένα τόσο δα σκυλάκι αδέσποτο, από το δρόμο. Λεύτερο το είχε!  Δεν του είχε περάσει ποτέ από το νου να του βάλει λουρί κι αλυσίδα. Ποτέ!
Και δεν το μετάνιωσε γι' αυτό ούτε κι όταν το έχασε για πάντα!…
Έτσι ήξερε να αγαπά!… Από τα μικρά του, ως τώρα. Ως τώρα που τον αποκαλούσαν πια κύριε Οδυσσέα.
Και δεν το είχε μετανιώσει ούτε και τώρα, ούτε κι απόψε, που για πρώτη του φορά θα κοιμόταν έξω στην ύπαιθρο. Που θα κοιμόταν σε ένα ξερό παγκάκι στο πάρκο, δίχως σκεπάσματα και στρώμα.
Χαμογέλασε…
Όταν συναντάς γύρω σου ανθρώπους καλοντυμένους, μα συνοφρυωμένους, μουρτζούφληδες και νευρικούς, που τρέχουν πάντα γεμάτοι άγχος να μπουν στην αυτοκινητάρα τους, αυτή που θα την αράξουν σε λίγο έξω από την πολυτελή έπαυλή τους, είναι λιγάκι οξύμωρο να βλέπεις ένα κακόμοιρο ανθρωπάκι να χαμογελά γεμάτο ευχαρίστηση επειδή βρήκε ένα άδειο παγκάκι για να ακουμπήσει… και να βγάλει το βράδυ του.
Δεν ήταν πάντα έτσι ο Οδυσσέας!
Το είπαμε άλλωστε ότι είναι η πρώτη του νύχτα εδώ στο παρκάκι.
Είχε γυναίκα, σπίτι, δουλειά, είχε τέλος πάντων μια ζωή που δεν την έλεγες πλούσια, όμως σίγουρα την έλεγες αξιοπρεπή.
Θα μου πεις και είναι αναξιοπρεπές να κοιμάται κάποιος στο παγκάκι; Κι αν το θεωρήσουμε αυτό αναξιοπρέπεια και ντροπή! Τότε όλοι αυτοί οι λεφτάδες που ρουφάν το αίμα του κοσμάκη για να τα 'κονομήσουν περισσότερο. Όλοι αυτοί οι τραπεζίτες και τα golden boys με τα παχουλά τους μπόνους, που θησαύρισαν και θησαυρίζουν παίζοντας κορώνα-γράμματα τις τύχες των απλών, των μικρών και των ανίδεων!... Τι είναι;
Για αυτό χαμογελούσε απόψε κι ο Οδυσσέας. Γιατί ήτανε σίγουρος ότι είχε περάσει από τούτη ζωή κι ως τώρα, δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν. Δεν είχε καταχραστεί και δεν είχε κλέψει ούτε ένα ψίχουλο και δεν είχε καθίσει ποτέ του σε κανενός το σβέρκο με το έτσι θέλω.
Το μόνο κακό που είχε κάνει, ήταν ότι αγαπούσε πολύ κι αγαπούσε χωρίς όρια... γι' αυτό και βρέθηκε στο δρόμο.
Από παιδάκι ακόμη, αγαπούσε τη μάνα του, τον πατέρα του και την αδελφή του τη Νίτσα, όσο κανένας γιος κι αδελφός, σ’ αυτή τη ζωή!
Φρόντισε τους γονείς του, τους γηροκόμησε χωρίς την βοήθεια της αδελφής του, που είχε πάντα κάτι να κάνει και δεν της περίσσευε ποτέ λίγος χρόνος, για τους γέρους τους. Μα που τον έβρισκε πάντα (τυχαίο;) τη μέρα που έπαιρναν τη σύνταξή τους. Κι ερχόταν να τους δει για λίγο και να εξαφανισθεί (αφού πρώτα είχε εισπράξει το μεγαλύτερο μέρος της), επικαλούμενη δουλειές και προβλήματα που δεν είχαν τελειωμό!
Είχε βλέπεις και τρία παιδιά εκείνη. Ενώ ο Οδυσσέας και η γυναίκα του, δεν είχαν αξιωθεί να τη νιώσουν αυτή τη μεγάλη χαρά.
Οι γονείς τους μεγάλωσαν περισσότερο… αρρώστησαν κι άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα νοσοκομεία. Η αδερφή του όμως, παρέμενε εξαφανισμένη κι εμφανίζονταν μόνο τη μέρα που έπαιρναν τη σύνταξή τους.
Και  κάποτε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και πέθαναν κι άφησαν το σπίτι που είχαν στο χωριό, στον Οδυσσέα. Το δικαιούταν άλλωστε, τους είχε φροντίσει και τους είχε φροντίσει με μια αγάπη ξέχειλη, ως την τελευταία τους πνοή. Και μαζί με τούτο το σπίτι άφησαν και την ευχή τους. Να αγαπάει λίγο λιγότερο… για να κρατάει και κάτι για τον εαυτό του.
Έτσι του έλεγε συχνά-πυκνά η συχωρεμένη η μάνα του.
"Να χαρείς γιε μου, μα μην τα δίνεις όλα… κράτα και κάτι για τον εαυτό σου".
Στην Ελένη, "τη Νίτσα", την αδελφή του, είχαν αφήσει κάτι κτήματα, συν την προίκα που της είχανε δώσει όταν παντρεύτηκε συν τη σύνταξη που της έδιναν κάθε μήνα.  
Κι αυτά τα λίγα χρηματάκια που περίσσεψαν από κείνη την έρμη τη σύνταξη και τα είχε μαζεμένα ο Μανώλης σε ένα λογαριασμό για δικές τους ανάγκες πάντα, τα πήρε κι αυτά.
«Έχω παιδιά εγώ αδελφέ», του είπε με το που έθαψαν και το γέρο.
«Έχω ανάγκες που εσύ δεν τις καταλαβαίνεις φυσικά, γιατί έχεις το μισθό σου βρέξει χιονίσει». Κι ύστερα τί... και πώς να την καταλάβαινε;
«Άλλο τα δυο στόματα αδερφέ κι άλλο τα πέντε που είμαστε εμείς!»
Της τα έδωσε... και τα χρήματα, αλλά και το πατρικό τους στο χωριό. Κι όχι με βαριά καρδιά. Έτσι, με όλη του την ψυχή! Την αγαπούσε την αδελφή του. Λίγο διαφορετικά από ότι τον αγαπούσε εκείνη, μα είπαμε έτσι ήξερε να αγαπά, χωρίς λουρί δίχως περιορισμούς. Κι άλλωστε τί είναι η αγάπη; Να αγαπάς μόνο όταν σ’ αγαπούν και να δίνεις μόνο σαν σου δίνουν;
Τι είναι η αγάπη; Συναλλαγή; Δούνε και λαβείν είναι η αγάπη;
Τα χρόνια πέρασαν περισσότερο κι εκείνη συνέχισε να περνά από το σπίτι του κάθε που είχε ανάγκη. Κι αυτές οι ανάγκες της, δεν είχαν τελειωμό!
Μα κι εκείνος έβρισκε και της έδινε κάθε φορά, χωρίς να βαρυγκωμά, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη.
Ώσπου η Ελπίδα, η γυναίκα του, αρρώστησε βαριά από την επάρατη νόσο κι η ζωή τους άλλαξε ακόμη πιο πολύ.
Τη φρόντισε και τη γυναίκα του όπως και τους δικούς του. Ήταν νέα, πενήντα πέντε χρονών, δεν ήθελε να τη χάσει κι ύστερα την αγαπούσε τόσο πολύ. Κι αυτή η φροντίδα, τους έφτασε μέχρι τη Γερμανία.      Έμαθαν ότι υπήρχε εκεί ένας γιατρός, που χρησιμοποιούσε μια καινούργια επαναστατική μέθοδο… που όποιος την ακολουθούσε γινόταν καλά και πήγαν.
Τίποτα. Δυστυχώς, από τη Γερμανία η Ελπίδα, η ελπίδα του… γύρισε νεκρή.
Έτσι στα εξήντα του ο κύριος Οδυσσέας έμεινε μόνος! Μόνος κι άφραγκος! Ευτυχώς όμως, είχε ακόμη το μισθό του και το σπίτι.
Η αδελφή του όλο αυτό το διάστημα ήταν χαμένη. Εμφανίστηκε μετά το θάνατο της Ελπίδας κι ήταν για να πεθάνει κι αυτή, με την "καινούργια" στενοχώρια της.
Όχι... όχι για την Ελπίδα!...
Να… με το γιο της το μεγάλο, που είχε κάτι προβλήματα ο λεβέντης της. Είχε μπλεχτεί, είχε ανοίξει ένα συνεταιρικό μπαράκι, ο συνέταιρος του βγήκε λαμόγιο και χρώσταγε πολλά το παιδί.
Ήρθε λοιπόν… σε ποιον να πήγαινε, είχε άλλο δικό της στο κόσμο; Ήρθε στον αδερφό της, το σωτήρα της και του ζήτησε χρήματα για να ξελασπώσει το παλικάρι της.
Είδε κι έπαθε ο Οδυσσέας (ο σωτήρας) για να την πείσει ότι με την αρρώστια της γυναίκας του είχε ξοδέψει και τα τελευταία του χρήματα και δεν είχε μία.
Τέλος, να μην τα πολυλογούμε. Πριν φύγει, τον έβαλε να της υποσχεθεί ότι θα έβαζε υποθήκη το σπίτι του, για να πάρει δάνειο ο λεβέντης και να δώσει τα χρωστούμενα του.
Έτσι κι έγινε.
Και τον πρώτο καιρό τα πράγματα πήγαιναν καλά, μα σε λίγους μήνες η αδελφή του ξανάρθε για να τον παρακαλέσει να πληρώνει αυτός το δάνειο λέει, γιατί το παιδί αδυνατούσε προς στιγμή να το κάνει.
Το έκανε κι αυτό. Είπαμε η αγάπη του δεν φόραγε λουρί…
Και πλήρωνε δύο χρόνια, μέχρι που έκανε τα χαρτιά του για τη σύνταξη και κόπηκε ο μισθός του.
Και να που το σπίτι του από τη μία στιγμή στην άλλη, βρέθηκε στα κόκκινα δάνεια… κι από κει σε πλειστηριασμό και αυτός στο τίποτα!
Η σύνταξή του αργούσε να βγει… και με το χάλι που είχε η χώρα δεν του δώσανε ούτε και την προ-σύνταξη. Δεν υπήρχαν λεφτά στα ταμεία, τί να του δώσουν;
"Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος!", έλεγαν οι σοφοί πρόγονοί μας.  Χαμογέλασε… αυτά σκεφτόταν, αυτά ονειρευόταν όταν τον βρήκε ο αστυνόμος κουλουριασμένο πάνω στο παγκάκι.
«Καλησπέρα», του είπε και τον κοίταξε με οίκτο. «Έχετε ταυτότητα;», τον ρώτησε και τον βοήθησε για να σηκωθεί.
«Έχω παιδί μου…», απάντησε ο Οδυσσέας και του την έδωσε. Ευτυχώς την είχε στην τσέπη του.  Είδες που έχει και τα καλά του τελικά να έχεις όλη σου την περιουσία, όλη σου τη ζωή πάνω σου και να χωράει μάλιστα και σε μία τσέπη;
«Μάλιστα… Οδυσσέας Χρήστου», είπε δυνατά το όνομα του το όργανο.
«Τί κάνετε εδώ τέτοια ώρα κύριε Οδυσσέα; Δεν έχετε σπίτι, οικογένεια που να σας περιμένει;»
«Όχι», του απάντησε χαμογελαστός ο Οδυσσέας.
«Θα κάνει κρύο όμως απόψε… και δεν μπορείτε να μείνετε εδώ στο πάρκο, θα παγώσετε! Θέλετε να μου πείτε τί σας συμβαίνει, για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για την περίπτωση σας;»
Και του τα 'πε.
Του τα είπε όλα κι όπως είχαν, μα χωρίς να κάνει ούτε μια στάλα παράπονο.
Το μόνο του παράπονο ήταν που δεν είχε μάθει ως τώρα αν είχε τελικά όρια η αγάπη; Με το που τελείωσε, το όργανο ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τον ίδιο και κόντευε να βάλει τα κλάματα.
Έμειναν έτσι για λίγο οι δυο τους, δίχως να μιλούν, να κοιτούν μόνο τα αστέρια από πάνω τους και να σκέφτονται.
«Ξέρεις τί λέω… αν θέλεις βέβαια κι εσύ και μιας κι εγώ τέλειωσα την υπηρεσία μου. Άκουσα ότι κάπου στο Νέο Κόσμο, έχει ένα σπίτι που φιλοξενεί αστέγους, όπως εσύ. Λέω λοιπόν, αν θέλεις, να πάμε μήπως και βρούμε κάνα κρεβάτι εκεί για απόψε!…»
«Καλά είμαι και δω παλικάρι μου», του απάντησε ο Οδυσσέας συγκινημένος.
«Μη σε βάζω σε κόπο και τρέχεις τώρα νυχτιάτικα».
«Δεν είναι κόπος», του απάντησε ο αστυνόμος και σηκώθηκε. «Αρκεί να σταθούμε τυχεροί και να έχουν άδειο κρεβάτι…»
«Κι αν δεν σταθούμε;», ρώτησε ο Οδυσσέας και τον ακολούθησε.
«Κάτι θα βρούμε κύριε Οδυσσέα. Είμαι σίγουρος», του απάντησε εκείνος χαμογελώντας.
Και να δεις που αυτό το χαμόγελο… έμοιαζε με το δικό του.
«Κάτι θα βρούμε! Γιατί απόψε… δεν έχει όρια η αγάπη!...»

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!