Κάθ’ ένας μας έχει ωραίες εικόνες από το παρελθόν του όμορφες αναμνήσεις που τις φυλάει μαζί με τ’ ακριβά του, στο συρτάρι του νου…

Οι περισσότερες από την εποχή της νιότης. Με το να τις θυμόμαστε και να τις διηγούμαστε ξανά και ξανά κρατιούνται φρέσκες και φωτίζονται λεπτομέρειες  που δεν το πιστεύουμε ότι συνέβησαν. 

Ανάμεσα στις πιο όμορφες, είναι εκείνα τα Κυριακάτικα πρωινά. Ήταν κάτι σαν γιορτή και σαφώς διέφεραν από τις άλλες μέρες της εβδομάδας. Πραγματικές μέρες αργίας και όχι σαν σήμερα που είναι ευκαιρία για επιπλέον δουλειά. Σήμερα δυστυχώς δεν είναι η Κυριακή παρά μία ημέρα πριν την ανυπόφορη ΔΕΥΤΕΡΑ που αρχίζει το μαγκανοπήγαδο της δουλειάς τής ανίας τού τρεξίματος και τού άγχους. Μια εβδομάδα φορτωμένη μέρες και με το βλέμμα μας στραμμένο στο Σαββατοκύριακο που όπως πάντα αργεί να έρθει.

Τότε που λέτε, ξυπνούσαμε με το χαρούμενο Καλημέρισμα της μάνας μας και μετά το πρόγευμα άλλοι από εμάς πήγαιναν εκκλησία, άλλοι στα ‘’Ταλέντα του Οικονομίδη’’ όχι για να λάβουμε μέρος, τέτοιο ψώνιο δεν το είχαμε ευτυχώς, αλλά για να απολαύσουμε εκείνον τον υπέροχο κονφερανσιέ με το απίστευτο χιούμορ και ταλέντο, που θα μας μείνει αξέχαστος. Εκείνος ο απίστευτος άνθρωπος ανέδειξε τούς μεγαλύτερους τραγουδιστές και μουσικούς μας και όταν πέθανε, τα δικά του βιολογικά παιδιά όταν μεγάλωσαν κανείς δεν τα βοήθησε να αναδειχθούν αν και είχαν ταλέντο! Λυπηρό μα την αλήθεια. Θλιβερό πράγμα η αγνωμοσύνη.

Εκεί, λίγο πριν το μεσημέρι, άκουγες από τα ραδιόφωνα τής ΕΡ, (η TV θα αργούσε να εμφανιστεί), τις πιο όμορφες Μουσικές Συμφωνίες με δεσπόζουσα θυμάμαι αυτήν του ‘’ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ’’ που ξεχύνονταν στον δρόμο από τα ολάνοιχτα παράθυρα των σπιτιών τέρποντας την ακοή μας. Ο Ντβόρζακ άρρηκτα συνυφασμένος με τα Κυριακάτικα εκείνα πρωινά και ο φιλόμουσος ακροατής ηχογραφούσε το αθάνατο έργο και το άκουγε ξανά και ξανά.

Ήχος, λιακάδα και ΟΣΜΕΣ, από τις κουζίνες των σπιτιών που μοσχοβολούσαν και οι άντρες της οικογένειας με την μπουκάλα την ρετσίνα που αγόραζαν από τα κουτούκια της γειτονιάς υπόσχονταν και ευχάριστη πόση μαζί με την οσμή και την γεύση. Οι αισθήσεις σε εγρήγορση μέχρι την ώρα του γεύματος, εκεί γύρω στις 1.30 μ.μ.

Κλασσικό φαγητό της γιορτινής ημέρας, το κρέας με πατάτες είτε στον φούρνο της γειτονιάς, είτε στην κατσαρόλα του σπιτιού.

Πήγαινες το ταψί στο φούρνο και ο παραγιός σού το ετοίμαζε και όταν εσύ γυρνούσες από την όποια σου δραστηριότητα το εύρισκες να σε περιμένει να το απολαύσετε όλη η οικογένεια μαζεμένη στο γιορτινό τραπέζι.

Σήμερα οι φούρνοι παραμένουν κλειστοί την ημέρα αυτή πράγμα αδιανόητο για τους φούρνους εκείνης της Εποχής που έψηναν τα φαγητά του κοσμάκη και Πάσχα και Χριστούγεννα και πάντα, με το αζημίωτο βέβαια. Έτσι εξέλειπαν οι γαργαλιστικές οσμές, που ανακατεμένες τόσες πολλές μαζί έδιναν ιδιαίτερη γεύση στο φαγητό και ήταν αυτή η απάντηση που σού έδιναν οι ψήστες όταν τους ρωτούσες γιατί διέφερε το ψητό  του φούρνου, από τον ομόλογό του σπιτικό.

Κρέας με πατάτες στο φούρνο ή στην κατσαρόλα τις Κυριακές, είναι το φαγητό που στοίχειωσε τον ουρανίσκο ημών, των μιας κάποιας ηλικίας. Ήταν βέβαια και το γιουβετσάκι αλλά ερχόταν δεύτερο στις προτιμήσεις τού κοινού.

Από το Κυριακάτικο τραπέζι σπάνια απουσίαζε ο επισκέπτης. Ερχόταν ας πούμε να μας δει κατά τις 12 και η μάνα τον καλούσε να μείνει να φάει μαζί μας για παρέα, πράγμα που εκείνος προσδοκούσε να συμβεί, ιδίως αν ήταν εργένης συγγενής, ή φίλος.  Δεν γινόταν αλλιώς. Τι να λέγαμε δηλαδή; Τώρα φεύγα είναι ώρα να φάμε; Αδύνατον. Έτσι, παρά τα δύσκολα εκείνα χρόνια, το φαγητό ήταν περισσότερο, υπολόγιζε πάντα η νοικοκυρά τον αστάθμητο παράγοντα, για να μη θεωρηθούμε τσιγκουναραίοι του κερατά και γίνουμε ρεζίλι, άλλωστε ο Ξένιος Δίας αυτό μας δίδαξε και εμείς καλοί μαθητές του. Ο επισκέπτης λοιπόν αποτελούσε άλλη μια χαρακτηριστική και ξεχωριστή νότα των Κυριακάτικων ημερών μας.

Δουλειές τού νοικοκυριού απαγορευμένες την ημέρα αυτή, όπως και σε γιορτή και σκόλη. Τηρούσαμε επακριβώς αυτό που έκανε και ο Ύψιστος, την εβδόμη ημέρα αναπαυόμασταν.

Την σήμερον μήτε ιερό μήτε όσιο. Ούτε σεβασμός στις παραδόσεις. Και αυτό δεν έγινε ξαφνικά, σιγά σιγά και συνειδητοποιημένα. Δεν μας νοιάζει τι θα μας προσάψει ο φίλος ή ο συγγενής αν δεν τού κάνουμε τσιριμόνιες, τι λες,  από δω πάνε και οι άλλοι. Το κεφάλαιο ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ απαλείφτηκε από το savoir vivre μας. Και αυτό ειλικρινά με πληγώνει.

Από το Κυριακάτικο τραπέζι, σχεδόν πάντα ο πατέρας απών. Την ώρα του φαγητού, το Καφενείο μας, Η ΑΛΑΜΠΡΑ, ήταν με φουλ τις μηχανές του. Δεν υπήρχε καρέκλα άδεια και ο πατέρας δεν προλάβαινε με τα γκαρσόνια του να σερβίρει τους πελάτες του ουζάκια με λαχταριστούς μεζέδες που είχε ετοιμάσει η μάνα. Σουτζουκάκια Σμυρνέικα, σουπιές με πράσινες τσακιστές ελίτσες, οι σουπιές με το μελάνι τους για πιο πολλή νοστιμιά, γαλέος σκορδαλιά και άλλα και άλλα εδέσματα λαχταριστά από τα χεράκια τής μάνας μας ετοιμασμένα και ονομαστά, σε σημείο που ο πελάτης δεν αρκούταν στο ένα ή δύο ουζάκια, αλλά περισσότερα και πια πήγαινε στο σπίτι του σχεδόν φαγωμένος. Κανένας, βλέπεις, δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτές τις αξέχαστες νοστιμιές.

Αυτό το ΚΑΦΕΝΕΙΟ μας μεγάλωσε μας τάισε μας έντυσε με τα καλύτερα ρούχα (συν το απαράμιλλο γούστο της μάνας μας με την φινέτσα της), μας μόρφωσε, σε μια εποχή που όλα αυτά φάνταζαν δύσκολα και αδύνατα. Πλήγιασαν τα πόδια του πατέρα από την ορθοστασία και την φλεβίτιδα που όταν βρίσκονταν σε έξαρση διαρρηγνύονταν και το αίμα πεταγόταν σαν σιντριβάνι. Και πώς να κλείσουν τα έλκη που ήθελαν ξεκούραση; Άγνωστη η λέξη για  το μπαμπά και το τίμημα μεγάλο. Όπως και για τους περισσότερους επιχειρηματίες, της σίτισης και της διασκέδασης Κυριακή σήμαινε εξοντωτική δουλειά και κούραση. Πάνε χρόνια που ο πατέρας ‘’αναπαύτηκε’’ πια.

Μια άλλη Κυριακάτικη συνήθεια για τον άρρενα πληθυσμό ήταν το γήπεδο. Γεμάτο πάντα από τους οπαδούς, που σαν σε ορδές κατέβαιναν από μακρινές αποστάσεις να πάνε να χειροκροτήσουν την ομάδα ‘’Θεό’’ τους και να επιστρέψουν αργά το απόγευμα ευτυχείς ή δυστυχείς ανάλογα με το αποτέλεσμα, βραχνιασμένοι, και γεμάτοι άγνωστα συναισθήματα για τα θηλυκά, που έβλεπαν και το ραδιόφωνό τους να καταλαμβάνεται από τους μη προνομιούχους αρσενικούς, τούς εκτός γηπέδων δηλαδή, που αρκούνταν να απολαμβάνουν την περιγραφή του αγώνα με την αγαπημένη φωνή του Γιάννη Διακογιάννη. Βούιζαν οι δρόμοι και οι πλατείες από τις ιαχές και όταν έμπαινε γκολ γινόταν σεισμός και λίγα λέω.

Το Κυριακάτικο απόγευμα για τη νεολαία πληκτικό, με διάβασμα που άφησαν για την τελευταία στιγμή. Οι μεγαλύτεροι απόφοιτοι πια, πήγαιναν και σχημάτιζαν ουρές έξω από τα σινεμά για να θαυμάσουν τους αγαπημένους ηθοποιούς τους και να δουν το έργο και δεύτερη φορά για να το εμπεδώσουν. Καθένας με τις προτιμήσεις και τις επιλογές του και αυτές που ανέφερα είναι από τις λίγες που θυμάμαι πιο έντονα.

Λατρεμένες ημέρες, φτωχικές μα υπέροχες. Τα νιάτα δεν ήθελαν και πολλά για να χαρούν. Είχαν βιώσει τον εφιάλτη του πολέμου και οι μικροχαρές σε εποχές ειρήνης φάνταζαν ασύγκριτες.

Ξαναβάζω τώρα τις αναμνήσεις μου της Κυριακής στο συρτάρι με τα ακριβά μου και θα μείνουν εκεί, μέχρι που να νιώσω την ανάγκη να τις ξανά διηγηθώ…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου