Select Page

Α(βέλτεροι) Φ(ιλοπαίγμονες) Ρ(εμβάζουμε) Ι(ταμές) Ν(ίκες)

Α(βέλτεροι) Φ(ιλοπαίγμονες) Ρ(εμβάζουμε) Ι(ταμές) Ν(ίκες)

Ρηχοί και άβουλοι και μοιραίοι, αυτιστικά στραμμένοι στα ανούσια, τα παροδικά και τα τιποτένια διάγουμε βίον ανύποπτο και ευδαιμονικό, ανέφελο προβληματισμών, άμοιρο αλληλεγγύης. Ο λόγος μας άθροισμα ακατάληπτο από ατάκες δανεικές και τσιτάτα ανδρών μεγάλων και σπουδαίων, προπέτασμα εσωτερικού κενού που εκκωφαντικά ουρλιάζει, όταν καλούμαστε αυτόνομα τη γνώμη μας να εκθέσουμε στα ζητήματα τα κοσμοϊστορικά και τα θεμελιώδη. Η ρητορική μας είναι συνθηματολογία ανέξοδη άνευ περιεχομένου και γνωμικά που δουλικά αποστηθίσαμε προς πάσαν χρήσιν στις συναναστροφές μας` πρωταρχικό μας μέλημα η εντυπωσιοθηρία και η υποβολή των αφελών δορυφόρων μας με προβαρισμένη ετοιμολογία και οξύ τον νου μας δήθεν. Αναμηρυκάζουμε προτάσεις στερεοτυπικές με ύφος περισπούδαστο στην επίμοχθη απόπειρα να κρύψουμε την ένδεια την πνευματική, το χαώδες παιδευτικό μας έλλειμμα της δίκης και ηθικής, την κοινωνική αναλγησία μας, την ανθρωπιστική αμορφωσιά. Ο κόσμος μας συνίσταται από κατάφωτες και πλανερές βιτρίνες μαγαζιών με άδειες τις προθήκες – βιτρίνες κατανάλωσης, βιτρίνες καλοσύνης, βιτρίνες ευρυμάθειας, βιτρίνες παραπλανητικές της πλήρους μας ανεπάρκειας, στέρησης και απουσίας. Καταναλωτές του ακριβοπληρωμένου ευτελούς ζυγίζουμε την οντότητα με μίζερα δράμια και φαιδρές οκάδες άσημης αναγνώρισης εξωνημένης με ψυχαναγκαστικά ενθουσιώδη «wow!!!» και με τανύσματα άλαλων και άψυχων, βαριεστημένων αντιχείρων. Μετράμε και μετριόμαστε με μάρκες και με φίρμες, με καθ’ υπερβολήν και συρροήν φωτογραφούμενες βρώσεις εκλεκτών εδεσμάτων μικροαστικών και πόσεις επώνυμων οινοπνευμάτων, από κοινού συνθετικών του status του παράγοντος του δημοσίου βίου, σε στέκια εσχάτως λαοφιλή, άχρωμα και νόθα γεννήματα της μόδας και του ευκαιριακού momentum. Πέριξ και ερήμην ημών ο κόσμος ο τρομακτικός και ο αληθινός του αγώνα, του μόχθου και του ήθους, του δίκαιου και του όμορφου, των υψηλών ιδανικών, φλέγεται, καταρρέει, άνθρακας και σκόνη γίνεται και το αίμα σταλάζει πάνω στο αίμα, χείμαρρος πηχτός κι ακάθεκτος, ποτάμι ακατάσχετο σε χρώμα πορφυρό, μα εν υπνώσει εμείς λαμπρά στον υλισμό και στο άηθες θυσιάζουμε εκατόμβες. Λουζόμαστε, ραντιζόμαστε αδιακρίτως με αιμάτινες ρανίδες και δάκρυα οδύνης και έτσι, αποτρόπαια ευώδεις και όμορφοι, μπροστά σε τηλεδέκτες ποταπούς συμπάσχουμε ολόθερμα με μωροφιλόδοξους μαχητές των νήσων των εξωτικών και της βραχύβιας δημοσιότητας σε κίτρινες φυλλάδες, του μηδενός τελάληδες` σαθρών ειδώλων ακόλουθοι και οπαδοί εγγραφόμαστε φανατικώς, μήπως στο ψευδεπίγραφο της δόξης όνειρο μέτοχοι και γενούμε, χαριστικώς τα ψίχουλα αυτοσεβασμού μήπως και καρπωθούμε` και ύστερα χυδαία συμψηφίζουμε τα κάλπικα με τ’ αληθινά, τα στείρα με τ’ ανδρεία και συγκινούμαστε με τακτ και τρόπο καθώς πρέπει με υποστάσεις ηρωικές, εμβλήματα της πάλης της ατελεύτητης του οικουμενικού αγαθού ενάντια στο προαιώνιο κακό, ακρίτες σύγχρονων καιρών ελευθερίας και συνείδησης, ελπίδας, αξιοπρέπειας και αλτρουισμού του Ανθρώπου για τον άνθρωπο` παρόμοιοι και εφάμιλλοι οι θρήνοι και οι κλαυθμοί και οι κοπετοί, όταν ο νέος ο δημοφιλής ή η ευώπις κόρη το νόστιμον ήμαρ πρόωρα κληθούν να συναντήσουν ψήφω και λόγω τηλεθεατών - μα και όταν τις Θερμοπύλες αλλόφωνων, αλλόθρησκων, αλλογενών και ετέρων, εταίρων συνανθρώπων μας, οι Πέρσες με μάχης άρματα φονικά με σάρκες θα τις στρώνουν. Έτσι ελαφρείς και αβαθείς πιάνουμε πάντα τον σφυγμό της ειδησεογραφίας και με αντιδράσεις έξαλλες στα επίκαιρα εντρυφούμε, σε ό,τι πουλάει μαζικά - και έπειτα λησμονούμε. Περήφανοι του γένους μας, διάτρητοι αρχαιολάτρες, απ’ τα έτη μας τα σχολικά τρία μόνο απαρέμφατα στέρξαμε ν’ αγαπούμε: το «ιδέσθαι» και το «φαίνεσθαι» και το «θεαθήναι», πυλώνες ακλυδώνιστους ολόκληρης της ζωής μας` και πάντοτε πυρώνουμε, άτολμοι, χαύνοι κι ενεοί, τη θέση της απάθειας, την ασφαλή καθιά μας, απ’ όπου μόνο εξ-εγειρόμαστε όταν οι Σειρήνες μάς καλούν σε έκλυτα πανηγύρια με πλήθος χειροκροτητών και κούφιες ευωχίες. Το αίμα εντός μας πάγωσε, εστέρεψε και εχάθη - σε άλλων ώμους το βάρος της ευπρέπειας, το χρέος της ανταρσίας, πρόθυμα μεταθέσαμε και γίναμε απειροπόλεμοι και άμαθοι του κινδύνου. Κι όμως καλπάζων θα έρθει ο καιρός που βίαια η νάρκη μας θα διαλυθεί και το όναρ του Ναρκίσσου, μα τα οικεία μας Αφρίν, τις πύλες της ανθρωπιάς μας, ανίκανοι και ανήμποροι και αδαείς συνάμα να υπερασπίσουμε θα είμαστε` ευλόγως: έτσι που εθιστήκαμε τις μάχες μας ν’ αφήνουμε άλλοι να πολεμάνε, τα όπλα μας σκουριάσανε άπραγα και αδόξως πλάι σε ψυγεία αδηφαγίας, κατάφορτες ντουλάπες, τροπαιοθήκες άνοιας, τεκμήρια δειλίας και ανακυκλούμενα σύμβολα ματαιοδοξίας.


_


γράφει ο Σπύρος Ανδρουλάκης

 

 

Τυγχάνω φιλόλογος κατ' επάγγελμα, καθ' έξιν και κατά συρροήν, από καταγωγή Κρητικός εκ Χανίων, από φιλοδοξία όμως οικουμενικός...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Νικος Κ.

    Εξαιρετικο, για μια ακομα φορα ?

    Απάντηση
    • Σπύρος Ανδρουλάκης

      Ευχαριστώ θερμά για τα πολύ τιμητικά σας λόγια` είναι σπουδαίο να μαθαίνεις πως οι λέξεις σου έχουν απήχηση στον νου και στην ψυχή και άλλων ανθρώπων.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος